Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ανατροπή (της Αγγέλας Καραγκούνη)



...Η απόφαση είχε ήδη ληφθεί...
Μετά ,σφραγίστηκε .
Δεν χρειαζόταν να φέρεις
το απόσπασμα ξέρεις ...
Φώναξα μόνη μου:
πυρ ομαδόν !
Και σημάδεψα
στο κρόταφο τις στιγμές μας.
Οι ώρες εμβρόντητες,
έμειναν ,να κοιτούν σαστισμένα.
Δεν περίμεναν βλέπεις ,
τέτοια ανατροπή...

Αγγέλα Καραγκούνη


Αλλόκοτη Αλητεία (της Βάγιας Μπαλή)


Στα βλέφαρά σου πάνω
απόψε θα ισορροπήσω 
απ την ματιά σου θα πιαστώ,
να κρατηθώ
Των πόθων μου τις φωτιές
στο στομα σου θα σβήσω
και στο λακάκι, στο πρόσωπο σου
θα αφεθώ.
Τα δάχτυλα στην πλάτη
να αφήνουν διαδρομές,
μικρές άπροσμενες
των “θέλω” μου γιορτές,
εσένα θα χωρέσουν
και στο δικό μου τόπο
θα σε ταξιδέψουν
μυστικά…
Οι λέξεις, άσματα θα σε συντροφεύουν,
θα σε ζαλίζουν μαγικά
πάθη θα σε γεμίζουν,
στιγμή δε θα αφήσω
τα λόγια αυτά να σβήσουν.
Θα σ ανταμώνω κάθε νύχτα
στις ώρες της κρυφής
δικής μου ισορροπίας.
Τις νύχτες που ο έρωτας
θα χει οσμή μιας ταραγμένης
αλλόκοτης αλητείας.

Θεσσαλονίκη (της Σοφίας Τανακίδου)





Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου
Οργάνωσαν ένα ταξιδάκι
Ανέβηκαν στο άρμα
Του ήλιου...
-Που πάμε Δία ; Ρώτησε η Ήρα
-Κάπου κοντά... Θεσσαλονίκη
Έχουμε χρόνια να την δούμε...
Τριάντα χρόνια έχουμε να κατεβούμε
Τους άφησε στο κέντρο ο ήλιος...
-θα πάρουμε το μετρό;
Ρώτησε η Άρτεμη
Ο Ερμής κρυφογέλασε
-Δεν βλέπεις τα λαγούμια;
Δεν το τελείωσαν ακόμα!!!
-Ελα;...απόρησε η Εστία
-Ήφαιστε εσύ σε πόσα χρόνια θα το ετοίμαζες;ρώτησε ο Απόλλωνας
-Μέχρι το βράδυ!!! γρύλισε εκείνος
-Πάμε στη θάλασσα άκουσα ότι θα έφτιαχναν υποθαλάσσια σήραγγα...ίσως αυτήν να την έχουν τελειώσει...είπε ο Ποσειδώνας
-Εγώ ήθελα να ψωνίσω...
Μουρμούρισε χαδιάρικα η Αφροδίτη
-Βλέπεις κανένα μαγαζί ανοιχτό; την αποπήρε ο Άρης
-Άσε τα ψώνια και πρόσεχε
Μην πέσεις στις τρύπες
Καλά ούτε λαγοί να μένουν εδώ...παρατήρησε η Δήμητρα
Φτάνοντας στην παραλία
Εξερεύνησαν την θάλασσα με την ματιά τους......
-Δεν βλέπω καμμιά σήραγγα
Είπε ο Δίας
-Πάμε να ρωτήσουμε τον Αλέξανδρο είπε η σοφή Αθηνά
Αυτός θα ξέρει....
-Αλέξαντρε;
Τι συμβαίνει σε αυτή τη πόλη;
Τριάντα χρόνια έχουμε να κατέβουμε και δε την αναγνωριζουμε
Εμείς πάνω στον Όλυμπο
Άλλα ακούγαμε.....
Τι κάθεσαι εδώ;
Τι φυλάς;
Τα λαγούμια;
Τα κλειστά μαγαζιά;
Την βρώμικη θάλασσα;
Είχε πάρει να βραδιάζει
Το φεγγάρι είχε αρχίσει να λούζει την πόλη
Πότε έπαιζε μες τα γαλάζια νερά της και πότε πάνω στις επάλξεις του Λευκού Πύργου της.....
-Κοιτάξτε........ Κοιτάξτε
Φώναξε ο Αλέξανδρος
-Όσο και να την καταστρέφουν
Οι άνθρωποι
Όσο και να την αμελούν
Οι θεοί
Κοιτάξτε...... Κοιτάξτε
Πόσο όμορφη στέκει
Και γύρισαν να την κοιτάξουν οι δώδεκα θεοί
Και αγαλμάτωσαν στη θέα της
Κοιτάξτε... Κοιτάξτε

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

Άχρωμη νύχτα (της Λιλής Βασιλάκη)



Άχρωμη η νύχτα κι αφάνταστα ψυχρή,
ανηφορίζει στα καλντερίμια σιωπηλή...
Στο παραθύρι μου τ ανάστημα στηλώνει.
Σαν δήμιος με κοιτά και με καρφώνει...
Κι αυτή η σκιά που είναι ορθή στο παραγώνι,
μην είναι ίδια η σιωπή που με φιμώνει;
Σαν καταχνιά αφέντρα στο άναρχο σκοτάδι..
Απούσα η μιλιά, απόν και της χαράς το χάδι...
Πώς όλα μπορεί η σιωπή και τα σκεπάζει;
Ντύνει στα μαύρα τη χαρά, και την τρομάζει.
Κι αυτός ο γρύλος, πώς σιώπησε κι αυτός;
Λες να 'χασε το ταίρι του κι έμεινε βουβός;
Και το φεγγάρι πού τάχα ταξιδεύει;
Να βρήκε άλλον ουρανό να διαφεντεύει;
Ψυχή μου, η ερημιά απόψε σε μαβλίζει...
Σαν κάρβουνο τις παρυφές σου αγγίζει...
Μα φτάνει! Θε να σου κάνω εμπάργκο μοναξιά!
Θα 'βγω, για να 'βρω του κόσμου τη λαλιά,
τα δεδομένα της σιωπής μου να τα σπάσω,
κι ό,τι μ αγγίζει θλιβερό στη λήθη θα το θάψω!

Λιλή Βασιλάκη 



Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Εσένα να μη χάσω (της Σοφίας Τανακίδου)





Με παρακάλεσε το παράθυρο
-Μη με ανοίξεις
Έξω φυσάει, τρομάζω μήπως απότομα
κλείσω και σπάσει το γυάλινο μου το πρόσωπο

Με παρακάλεσε το μπαλκόνι
-Μην βγεις στην βεράντα
Θα λερώσεις τον καθαρό μου διάδρομο

Οι ρόδες του ποδηλάτου  σου κυλούσαν
ήρεμα στην άσφαλτο
Άνοιξα το παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι
Χαμογελάσαμε
Η βεράντα βυθίστηκε στον πόνο της
Το παράθυρο στον τρόμο του
Έχασα κι ολας δυο φίλους
Καταλάβαινα,
Μα έκανα πως δεν καταλαβαίνω

ΕΣΕΝΑ…. Να μην χάσω μονάχα……


Σοφία Τανακίδου
Το ποίημα αυτό γράφτηκε το καλοκαίρι του 1985