Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Άτιτλο (της Λένας Περηφανοπουλου Βαμβακά)



Επειδή ήξερα πώς είναι 
να είσαι γεμάτος πληγές,
απόκτησα ένα χούι...
Όπου έβλεπα πληγή, 
έτρεχα να την γιατρέψω...
Όπου έβλεπα πόνο,
έτρεχα να κάνω τον καραγκιόζη...
Δεν ήθελα να βλέπω κανέναν στεναχωρημένο, 
ούτε προβληματισμένο.
Μόνο που δε ρωτούσα, 
αν ήθελαν να γιατρευτούν....
Δε ρώτησα αν με ήθελαν δίπλα τους...
Το ομολογώ, με το στανιό ήθελα να προσφέρω βοήθεια....
Με το στανιό ήθελα
να τους δω να χαμογελάνε....
Και έτσι δε προλάβαινα
να δω τις δικές μου πληγές...
Δε προλάβαινα να κλείσω τις δικές μου χαρακιές..
Τις κουκούλωνα μόνο με κάτι κουρέλια...
Νόμιζα πως έτσι θα κλείσουν, 
αλλά αυτές απο κάτω δούλευαν
και γινόταν απόστημα..
Και μια μέρα πόνεσα πολύ....
Πόνεσα, γιατί οι αθεράπευτες πληγές μου, έτρεξαν αίμα...
Και μαζί πόνεσε κι η ψυχή μου πολύ, 
γιατί κατάλαβα οτι έδινα
χωρίς να μου ζητηθεί... 
Και τότε, έκατσα σε μιαν άκρη, ήρεμα, 
ταπεινά, συμπονετικά...
Συμπονετικα για μένα αυτή τη φορά.....
Έδεσα τις πληγές, τις γιατροπόρεψα....
Μου πήρε καιρό....
Κυρίως όμως,
έμαθα να χτυπώ την πόρτα 
όπου έβλεπα πόνο...
Κι έμπαινα μόνο αν μου άνοιγαν, 
ποτέ ξανά αυθαίρετα..
Ξέρεις, δε θέλουν όλοι να σωθούν....
Ούτε θέλουν όλοι
να το παίξεις Σωτήρας τους....
Σε κάποιους πάλι αρέσει να ζουν με την πίκρα τους..
Ίσως και να είναι η μόνη παρέα που έχουν...
Δικαίωμά τους.... 


Λένα Περηφανοπουλου Βαμβακά

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

Πονάω (της Μαντώ Μπογιαννη)



Πονάω.
Μιλάω, γελάω, κάνω χαβαλέ.
Πονάω. Στο σώμα, στη ψυχή.  Προσποιούμαι. Είναι εύκολο... Ετσι κι αλλιώς δε νοιάζεται και κανένας. Δε χρειάζεται να προσπαθήσω πολύ για να πείσω...
Είμαι άυπνος με καφέ και τσιγάρο στα χέρια. 
Δεν έχω αντοχές για κάτι περισσότερο. 
Ίσως να εχω βαρεθεί, ίσως να έχω κουραστεί, ίσως...
Είχα καιρό να σκεφτώ ένα τέλος για την ιστορία μου. 
Να θέλω να κοιμηθώ αλλα να μη θέλω να ξυπνήσω...
Και τα μάτια μου βουρκώνουν και ο χρόνος τρέχει κι εγω απλά τον κοιτάζω να με προσπερνά γιατί δε μπορώ να σύρω ούτε τις σκέψεις μου πλέον.
Η ζωή είναι ωραία, μην αγχώνεσαι, μην φέρεσαι έτσι στον εαυτό σου.
Λόγια...
Μόνο που κανείς δε μπορεί να καταλάβει ότι έτσι δε φέρεσαι επειδή το επιλέγεις. 
Έτσι αντιδράς επειδή άλλοι επέλεξαν για την ζωή σου.


Μαντώ Μπογιαννη



Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Δείλι (του Αριστομένη Λαγουβάρδου)



Χρυσές  και  ρουμπινί  φωτιές  ανάβουν
το  δείλι,  με  απόκοσμη  λαμπράδα,
κι  ορέγονται  οι  ψυχές  απ΄ομορφάδα 
σαν  όλες  οι  ασχολίες  τους  παύουν.
Δείλι  θάναι  πλιά  σαν  καταλάβουν
πως  τέλεψε  η  ζωή,  κι  η  σοροκάδα  
θα  σβήσει  τις  φωτιές,  και  μια  θαμπάδα
θ΄απλώσει,  κι΄ οι  ψυχές  θα  μεταλάβουν.
Νοσταλγίες  θα 'ρθούν  γοργοπετώντας,
παλιές  αγάπες  θά χουν  πια  κινήσει,
κάποιες  φωνές  θ΄αρχίσουμε  βογκώντας
λίγο  πρίν  η  ψυχή  να  μετοικήσει.
Ω!  νάταν  μπορετό  πάνω  στη  κλίνη
ξάφνου  η  θανή  να΄ρχόταν  με  γαλήνη! 

 Αριστομένης  Λαγουβάρδος
 από  την  ποιητική  συλλογή
  << Το  τέλος  της  αθωότητας>>

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Η ποίηση (της Μαρίας Χατζηδημητρίου)



Ίσως αν δεν υπήρχε η ποίηση να μην σε συναντούσα 
Δεν θα γινόσουνα η μούσα μου, η ρίμα και το μέτρο μου
Σκάλιζα τη ψυχή μου για να σε βρω 
Έψαχνα το σ' αγαπώ μέσα σε στίχους και σε λέξεις 
Έφτιαχνα εικόνες και σε έβαζα μέσα 
Άνοιγα τα παράθυρα για να μπεις 
Αρμένιζα μεσοπέλαγα για να νιώσω την ελευθερία 
να σ' αγαπώ ατέρμονα 
Οι στίχοι, οι λέξεις, πόσο μαγικές γινόντουσαν 
Σε έψαχνα παντού και μέσα σε ένα αστέρι 
Σε ένα άλικο τριαντάφυλλο νιογέννητο 
Η ποίηση, αυτή έφταιξε που σε συνάντησα 
Πάντα θα είμαι ποιητής σου 
Σ' αγάπησα, όπως και την ποίηση 
Πάντα θα υμνώ το σκίρτημα το ερωτικό κι εκείνο το χαμόγελό σου
Όπου κι αν πας, η αύρα σου θα αγγίζει τα ακροδάχτυλά μου,
σαν την πρώτη φορά...

Μαρία Χατζηδημητρίου



Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Άτιτλο (της Αγιουπα Κωνσταντίνου)



Απόψε, μεθυσμένες αλήθειες στάζει το δάκρυ
στης ψυχής το βυθό
Ανείπωτα λόγια σε τρεμάμενα χείλη 
που σβήνει το δάκρυ έχουν μείνει εκεί να πονούν.
Σκόρπια  τα λόγια  κι ο αέρας τα φέρνει, κοντά σου να ρθούν...
Αυτά που ζήσαμε, έστω τα λίγα ποτέ δεν θα χαθούν...
Άπιαστο τελικά όνειρο ήταν η τόση αγάπη
κι εμείς ίσα που την αγγίξαμε, ακροβατώντας στο χρόνο σαν μαριονέτες μας πήγαινε όπου ήθελε αυτός.
Τα μαύρα της πέπλα απλώνει η νύχτα μα σε βλέπω παντού.
Μου απλώνεις το χέρι "μην φοβασαι" μου λες, "άνεμος θα γίνω και όταν τα βλέφαρα σου κλείνεις θα με νιώθεις παντού".
Αυτή η αγάπη δεν θα χαθεί, υποσχεθήκαμε, θα ζεί αιώνια με όρκο που δώσαμε ιερό..
Μικρές στιγμές, μια ολάκερη ζωή  σαν φυλαχτό θα τις κρατώ.
Τις νύχτες που ο πόνος θα με πνίγει και δεν θα χω από που να πιαστώ, το βλέμμα θα στρέφω στο πιο λαμπρό αστέρι και θα σου μιλώ.
"Πολύ σ' αγαπησα" θα ψιθυρίζω και συ θα τ' ακούς... 

Αγιουπα Κωνσταντίνου