Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Άτιτλο (του Λουκά Αναγνωστοπουλου)

 



Στην οχλαγωγία της Αγοράς

ν' αποζητάς τις ερημιές

εκεί θα βρεις νέα ερωτήματα

αντί για χιλιοειπωμένες απαντήσεις.


Στους λογής λογής προφεσόρους

που κατακλύζουν την ζωή

να δηλώνεις πεισματικά

μαθητής που απλώς αναζητά.


Υπάρχουν οι βεβαιότητες

και τα εύκολα χειροκροτήματα

ξέρεις, αυτά που δυνατά δίνονται

και εκκωφαντικά σβήνουν.


Μην τα καταδεχτείς όλα τούτα

και ας είναι ελκυστικά.

Να θυμάσαι η σιωπή 

είναι δίδυμο αδέλφι του λόγου.


Αγάπα τα εξίσου

πρόσεξε τα εξίσου

και θυμήσου πως σε καιρούς άγριους

μετράει το πότε, πώς και γιατί (δεν) μίλησες.


Λουκάς Αναγνωστοπουλος

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Άτιτλο (της Έλενας Μαυροειδή)



Καθώς ο καιρός φεύγει  

φεύγω κι εγώ μαζί του 

δεν έχω άλλη επιλογή 

δεν θέλω να με αφήσει πίσω ...


Μόνο μικρές στιγμές  δραπετεύω 

και πάω στο χθές 

σε κείνο το φθινόπωρο 

στη λίμνη, κι είναι όλα ίδια 

όπως τότε ...


Ακόμα κι η βάρκα στέκεται εκεί αντιστέκοντας στον καιρό 

μας περιμένει,

τα κρινάκια του φθινοπώρου  

που τόσο αγαπούσες, όλα ίδια   

μα έρημα ...


Κι ο χρόνος  συνεχίζει το δρόμο του   

κι εγώ ακολουθώ, 

πέρνοντας τις αναμνήσεις 

για συντροφιά,

σε αυτές τις μικρές  στιγμές 

που απουσιάζω, 

κι επιστρέφω  στο όνειρο ...


Έλενα Μαυροειδή

Άτιτλο (της Γεωργίας Κιουλαχογλου)



Καθίσαμε τώρα απέναντι

Τα χέρια σου κρατάνε σύννεφα

Τα δικά μου βροχή.

Ανάμεσα μας 

ένα κόμπος, στον λαιμό καθισμένος

στο χτένι του λάρυγγα κρέμεται.


Καθίσαμε τώρα απέναντι.

Δεμένα τα χέρια μου.

Τα δικά σου κρατούν το σκοινί.

Στους καρπούς μου και στην γλώσσα σου στρογγυλοκάθισαν λέξεις

βαριές, ασύστολες.

Ζηλωτές ερειπίων 

φρουρώντας ακοίμητα οποιαδήποτε τυχούσα ραγή αμφισβήτησης

περιδένοντας τα χέρια μου με βέβαιη την ακινησία.


Καθίσαμε τώρα απέναντι.

Παραδίπλα καθισμένος ο χρόνος.

Επιλήσμων

Ασυνήγορος κι αυτός.

Δεν θυμάται να πει.

Να δώσει έστω κάποιες, όποιες διευκρινήσεις…


Τί να ‘σουν άραγε εσύ;

Κι εγώ τί να ‘μουν αλήθεια;   

(Δεν απαντώ κι ας το έμαθα.)


Καθίσαμε τώρα απέναντι.

Οι αναβαπτίσεις των γεγονότων εκτοξεύονται πλέον με μανία στους βραχίονες

για να δέσουν τα χέρια μου σφιχτά, χωρίς δισταγμούς.

Όλες οι μέχρι τώρα έννοιες

παίρνουν σειρά και σε μαύρα νερά βουτάνε.

Μία μία.

Να βγουν όμως «όπως πρέπει» Πρέπει. 

Χωρίς κοινή λογική

φτάνει μονάχα

να ‘ναι πειστικές 

πνιγμένες στις νέες τους διερμηνείες.

Είναι κι αυτή η ξένη συνείδηση βλέπεις

Ίσως και καταφέρουμε να την βολέψουμε κάπου

για να βγάλει επιτέλους τον σκασμό…


Άκαμπτα όλα και συμπαγή.

Κι εσύ σηκώνεις την πέτρα και την ρίχνεις στο δόξα πατρί.

Το «δεν» της αναίρεσης σου ανεβαίνει στο έδρανο και αρχίζει την διάλεξη:

«ΔΕΝ έκανα»

«ΔΕΝ εννοούσα»

«ΔΕΝ είπα»

«ΔΕΝ κατάλαβες.»

ΔΕΝ, ΔΕΝ…

Και τούτο το “ΔΕΝ”  στα χέρια μου, αχ πόσο περιπαικτικά δένεται...


Νίκησες όμως.

Νίκησες...


Καθίσαμε τώρα απέναντι

Στα χέρια σου σύννεφα

Τα δικά μου στις χούφτες τους μαζεύουν βροχή

Κι εκείνος ο κόμπος 

πεσμένος πια

Τα σπλάχνα μου βρήκε 

και τρώει…


Γεωργία Κιουλαχογλου


Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

Ευθυμογράφημα (της Γεωργίας Κιτσουκη Βασιλειαδου)

 



Και να ΄μαστε λοιπόν εδώ

να λέμε δόξα τω Θεώ

που γλιτώνουμε ακόμα

με ή και χωρίς...βελόνα


Άλλοι μία κι άλλοι δύο

μάσκες σε φρενοκομείο

χαιρετάμε και αγνώστους

προσπερνάμε τους αρρώστους


Μάσκα κι αντισηπτικά

σπρέι, τζελ, εθιστικά

όπλα σε κάθε γωνία

μήπως φύγει η αγωνία


Γύρω όλοι ειδικοί

“ψεκασμένοι” και οι μη

συνωμοσιολογίες

κόντρα σε συνωμοσίες


Αδαείς και αφελείς

οι υπεύθυνοι και οι άλλοι

όλοι στο ίδιο καζάνι

η απόφαση μεγάλη


Μπρος γκρεμός και πίσω χάος

σου χρειάζεται το θάρρος

Κι αν το βήμα σου είναι λάθος;

Κι αν σε περιμένει ο τάκος;


Κάπου έρχονται αναμνήσεις

ξέγνοιαστες αναπολήσεις

Θέλεις να απαλλαγείς

θέλεις να τα ξαναδείς


Μένει μετέωρο το βήμα

φόβος τάχα ή λογική

Έχουν όλα μπερδευτεί 

Κρίση, αντίληψη, το θύμα


Μίσησες κάθε βελόνα

μίσησες και την κορώνα

πρέπει να απεξαρτηθείς

Πού να πας για να κρυφτείς;


Όπου πας σε κυνηγάει

ο αόρατος εχθρός

μα νομίζω πως δεν είναι

ένας και μοναδικός


Ο Θεός μας βοηθός


Γεωργία Κιτσουκη Βασιλειαδου

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ (της Σοφίας Κοντογεωργου)

 



Χέρια τραχιά

σημαδεμένα απ' τη σκληράδα της δουλειάς

σαν σχηματίζαν αγκαλιά

χωρούσε ο κόσμος όλος

Πάνω στο ηλιόσκαφτό του πρόσωπο

χαμογελούσε η αγάπη

γερά στους ώμους

κουβαλούσε τη ζωή του

ένα ακόμα πηλοφόρι 

κι ορθός τις μάχες του

πολέμησε

Πάντα ανοιχτές οι πόρτες

του σπιτιού του

κάτω απ τον ίσκιο της καρδιάς του

τραπέζια στρώνονταν

Με βήματα μικρά

μα σταθερά

τον κόσμο τούτο 

τον σεργιάνισε

κι αθόρυβα την πόρτα

πίσω του έκλεισε

σαν τέλειωσε η βόλτα

Μικρός το δέμας

μα πελώριος

Ο πατέρας μου.





Σοφία Κοντογεωργου