Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Που λες Μαρία (του Βασίλη Τσερελης)

 



Που λες Μαρία, φυσάει σήμερα

το μανιασμένο σφύριγμα του ανέμου

τρυπάει τ’ αυτιά μου

νυχτερίδες οι σκέψεις μου

κρέμονται ανάποδα απ’το ταβάνι

θυμάμαι τα μάτια σου

γκιόλες γεμάτες φως

γκιόλες γεμάτες αγάπη.

Όμως πίστεψέ με Μαρία

ο κόσμος που άφησες

δεν υπάρχει πια

γύρω μου σπασμένες φωνές

ραγισμένα βλέμματα

οι άνθρωποι δεν κοιτάζονται στα μάτια

επικοινωνούν με μηνύματα

σαν τα σκυλιά που ψάχνουν επαφή

μυρίζοντας στους στύλους

τα ούρα των συντρόφων τους.

Όσο για τα όνειρά μας

για έναν καλύτερο κόσμο

για έναν ειρηνικό, χωρίς προκαταλήψεις κόσμο

πετάχτηκαν σε ατραπούς και σε καλένδες.

Αν ήσουν εδώ

δε θα άντεχες Μαρία

την υποκρισία των ανθρώπων

καταθέτουν στις τράπεζες τις ψυχές τους

κρύβουν τις βρωμιές τους

σαν τη γάτα

που σκεπάζει με χώμα τα περιττώματά της

και απλώνουν στα μπαλκόνια

τα ματωμένα σεντόνια της παρθενίας τους.

Σιώπησα πολύ Μαρία

θέλω να ανάψω ξανά το φυτίλι

να λαμπαδιάσω

μα πώς… έχουν βραχεί πια τα σπίρτα μου…

Έχω ακόμα Μαρία

το σημάδι της φυγής σου

σαν το σημάδι

απ’ τον παιδικό πετροπόλεμο της γειτονιάς

που έχουμε χαραγμένο στο κρανίο

μια ζωή το φυλάω

καλά κρυμμένο κάτω απ’ τα μαλλιά μου.

Δε σβήνουν ποτέ αυτά τα σημάδια Μαρία.

Ποτέ!


Βασίλης Τσερελης

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

Παρουσία- απουσία (της Ειρήνης Σκευοφύλαξ)



Λάθος.

Ένα μεγάλο λάθος ό,τι πίστεψα για σένα.

Γέλαγες μαζί μου κι εγώ το έβλεπα χαρά.

Σιωπή.

Μια ατελείωτη σιωπή κι εγώ έλεγα δουλειά.

Ήθελα να μάθω αν μ΄αγαπάς.

Στα μάτια σου, εκεί στην άκρη του βλεφάρου

μια σκιά.                                                                                        

   Ρώταγα, αλλά εσύ κοιτούσες χαμηλά.

Ένοιωθα ότι σε ήξερα, αλλά πόσο λάθος έκανα.

Μάτια μου σε έλεγα, μα δεν ήσουν.

Καρδιά μου σε ένοιωθα, μα δε χτύπαγες.

Αδιαφορία με φύσαγε κι εγώ το έβλεπα για σ΄αγαπώ.

Αλλά τώρα, που φύγαν τα σύννεφα

και ξαστέρωσε ο ουρανός,

Τώρα που σιώπησα κι εγώ,

δεν ακούστηκε τίποτα.

Μόνο μια ηχηρή σιωπή για να βάλει σημάδι

στο ποτέ.

Ποτέ εδώ, πάντα απών.                                                                 

   Ένα φυλλαράκι ήμουν, αλλά εσύ με μανία με φύσηξες.

Ήμουν στο λιμάνι αραγμένο καράβι, μα έλυσες τον                   

   κάβο κι έφυγα.

Νόμιζα ότι ζούσα όνειρο, αλλά έσβησε με την αυγή

και τ΄όνειρο τέλειωσε, όπως το κρασί.

Έτσι σβήνουν τα όνειρα, όταν έρχεται η ανατολή.                       

 Δεν πειράζει, είπα στον εαυτό μου,                                               

 Τα όνειρα ομορφαίνουν τη ψυχή.                                                   

Κι αν εσύ έσβησες το όνομά μου

κι αν εσύ ξέχασες την ύπαρξή μου.

Πίνω στην υγειά μιας καινούριας ανατολής.

Ας έφυγες λοιπόν.

Ας σιώπησες.

Ας ήσουν απών.

Εγώ με την ψευδαίσθηση της παρουσίας σου,

στόλισα με Μάηδες τους χειμώνες μου και

δρόσισα με καλοκαίρια τα φθινόπωρα.

Και τώρα, αγκαλιά με μια Άνοιξη,                                       

χορεύω το βαλς της Ζωής!




Ειρήνη Σκευοφύλαξ

Για ένα ρέκβιεμ (της Πόλας Βακιρλη)

 



Θλιμμένο σκηνικό στην πόλη

κάτω από ουρανό συννεφιασμένο

Τα φύλλα αυτοκτονούν στα πεζοδρόμια

κιτρινισμένα  κλείνοντας έναν κύκλο ζωής

και τα κλαδιά σα μανουάλια χωρίς κεριά

τεντώνουν τα χέρια τους σε ορατή ικεσία

Απογύμνωση δέντρων και ψυχών σήμερα

στις μεγάλες του κόσμου πολιτείες

Μουδιασμένα των ανθρώπων τα χέρια

και τα χείλη χωρίς φιλί κάτι μήνες τώρα

ακόμα και η ερωτική εξομολόγηση

εξ αποστάσεως πρέπει να γίνεται

Και τα μάτια τους μαύρα απ' την αγρύπνια

που κουβαλάει μαζί της η λύπη

Αρρώστησε και η γυναίκα του γείτονα

κι εγώ κλείνω ερμητικά τα παράθυρα

μην μπει ο εχθρός και στο δικό μου οχυρό

Στην απέναντι πολυκατοικία κάποιοι παίζουν

μουσικά όργανα στα μπαλκόνια τους

και τραγουδάνε με ρυθμό κι απελπισία αντάμα

Μου θυμίζουν τον πολεμικό παιάνα 

που ηχούσε στο στρατόπεδο των Σπαρτιατών

πριν από τη μάχη δήθεν για ενθάρρυνση

γνωρίζοντας  τουναντίον οι περισσότεροι

πως επρόκειτο για ένα ρέκβιεμ του θανάτου


Πόλα Βακιρλη

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

"Χάδι της ζωής μου" (της Νορας Ξένου)



Μου θυμώνεις και το αίμα μου παγώνει.

Κάθε χαμόγελο το διαγράφει 

η σκληρή ματιά σου.

Τα δάκρυα μου, 

ζωγραφίζουν μαύρους κύκλους 

πνίγοντας όμορφες στιγμές 

του παρελθόντος.

Κράτα μου το χέρι, μίλησε μου.

Θέλω να σε νιώσω!! 

Είσαι η δύναμη μου!!! 

Χωρίς εσένα είμαι σαν πεταλούδα 

με σπασμένα τα φτερά της. 

Τα όνειρα γίνονται στάχτη 

όταν τα λόγια σου καίνε μέρος από αυτά.

Άφησε με να  χαϊδέψω το πρόσωπο σου, ηρεμώντας τις σκέψεις σου. 

Τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει, 

είμαι κομμάτι του εαυτού σου, 

είσαι το χάδι της ζωής μου.

Χαμογέλασε μου και πάλι 

σκορπίζοντας την ελπίδα στα όνειρα μας.

Σ' αγαπάω!!! Δεν το νιώθεις;


Νόρα Ξένου

Δε ξεχνώ (της Ειρήνης Ανδρέου)



Περπατούσα αργά το βράδυ...

Μύριζε νυχτολούλουδο και γιασεμί

στην οδό Πενταδακτύλου.

Και στης Καντάρας την οδό 

βασιλικός και δυόσμος.

Στης προσφυγιάς τους κήπους

οι λεμονιές και οι ροδιές 

ολα τα δέντρα και τα άνθη

που φύτρωναν και στον βορρά 

φώναζαν το όνομά τους

κι ο  άνεμος τα ταξίδευε 

στις σκλαβωμένες τους αυλές

στις ρεματιές και τα βουνά. 

Άκουγαν οι μυγδαλιές

κι ετοίμαζαν την Άνοιξη

μαζί με τα κυκλάμινα.

Χρόνια και χρόνια ακούραστα

μάχονταν για  τούτο το όνειρο

τούτο το σμίξιμο ξανά. 

Τα πουλιά, οι πεταλούδες 

τα ζουζούνια σιγοντάριζαν

στο άσμα για αγάπη και ειρήνη

ίσως μερέψουν τα θεριά.. 

Τα μπαμ μπουμ τα κατατρόμαζαν

κι ευχόντουσαν ποτέ ξανά..... 

Κάθε δρόμος κι ένα χωριό

Κάθε σπίτι και πληγή

από τις μαύρες μνήμες

στους ματωμένους  πορτοκαλεώνες

και κυκλάμινα κι αυλές και θάλασσες.. 

Πώς να κλείσουν οι πληγές

σαν στον ορίζοντα αναβοσβήνει

η σημαία της ντροπής που μας θυμίζει

την μεγάλη προδοσία..

Τρίζουν οι νεκροί.. Ενός λεπτού σιγή...

Για τους νεκρούς και τους αγνοουμένους.

Οστά σχεδόν μισού αιώνα σε κάσες... 

τρύπια κρανία, Αθάνατοι, σημαίες 

στεφάνια, "τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα"..

 μάνες αυλακωμένες ανεξίτηλα..

Η σιγή ενός λεπτού αφορά τους άλλους..

Οχι τις μάνες των οδοφραγμάτων

Ο  χρόνος τους σταμάτησε στο μαύρο 

το μαντάτο σαν εξανεμίστηκαν

όλες τους οι ελπίδες............. 


Μύριζε νυχτολούλουδο και γιασεμί, βασιλικός  και δυόσμος

στις οδούς Πενταδακτύλου και Καντάρας

κι όλων των γραμμένων σε ταμπέλλες

αγαπημένων τόπων.. 

Μα θέλω τόσο πολύ να σεργιανίσω 

ελεύθερα δίχως ταυτότητα να δείξω

στον εχθρό στις όμορφες βουνοκορφές

 με τα κυκλάμινα στους πορτοκαλεώνες

Της Μόρφου και της Βασιλεύουσας

 κι απ' της Καντάρας το Κάστρο

και του Αποστολου Αντρέα την Μονή

ν' αγναντέψω την απέραντη

θάλασσα της αγαπημένης μας Κύπρου 

χωρίς τα τούρκικα ονόματα

στις ταμπέλλες με τα οποία

ασελγούν στα όμορφα μας μέρη...... 


ΑΜΗΝ.....

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ


Ειρήνη Ανδρέου