Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Άτιτλο (της Δώρας Μεταλληνού)



Σε εύθραυστο τσόφλι τυλιγμένες οι μέρες

σύννεφα φορτωμένα μαύρα κοράκια

μια φωλιά ζητώ

να στεγάσω τις θύμισες


ω, περιούσιες περασμένες στιγμές

 μύρο ψυχής ποτισμένες

χαϊδεύω τις ουλές των καιρών

το φάλτσο των περασμένων

πώς να ξεχάσω;

Να θυμηθώ μόνο να βάλω σε τάξη 

τους ανένταχτους στίχους 

όταν λουλούδιαζε η ζωή

τα χαμομήλια στον ήλιο όταν λιάζονταν

όταν ναρκισσιστικά ο ήλιος καθρεφτιζόταν στη θάλασσα

τα μάτια σου όταν έσταζαν ποιήματα

και τα χείλη σου ψιθύριζαν μεθυσμένα

πως σαλαγούσαμε μεθυσμένοι τα κύματα

κι εσύ να φαντάζεσαι φτερά που θα άπλωνες 

στα όνειρα

 

ω! νέοι καιροί

αόρατοι εχθροί με νύχια μαχαίρια

σφράγισαν το στόμα του νυχτολούλουδου

που μύρωνε τις νύχτες

τα ξέφτια του μάζεψε το τελευταίο φθινόπωρο

σήκωσε ότι είχε όμορφο απομείνει 

από το πανωφόρι του  χρόνου

κι άφησε έναν ανελέητο χειμώνα 

να γεμίσει θάνατο τις ρωγμές

να φυλακίζει τη ζωή 

να σφραγίσει τα στόματα

Μαύρα πουλιά οι σκέψεις 

Φρουφρουρίζουν στην κάμαρη


Μόνο τα μάτια απορρημένα απόμειναν να κοιτούν

 ένα οργουλιανό σκηνικό.


Δώρα Μεταλληνού

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

ΒΟΥΤΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ (του Τάσου Βασιλειάδη)

 



Βούτα στα βάθη…. 

Αυτά τα βάθη

που βρίσκονται μέσα σου….. 

Η Άβυσσος

που κρύβεται μέσα σου, σου χαμογελά….


Ποιος είναι όμως αυτός, που το τόλμησε

αυτό, ώστε να ακολουθήσεις το παράδειγμα του;…

Ελάχιστοι, και πόσοι, άραγε από αυτούς ,να επέστρεψαν

από την άβυσσο αυτή;… Ποιος ξέρει, άραγε;…..


Ο Βελλεροφόντης, μπορεί  ακόμα να κυνηγά χίμαιρες.

Ποιος ξέρει; Όμως, που;…

Ο Οιδίποδας, ισως να έχει 

εξιλεωθεί, ίσως πάλι, και όχι….


Και όλοι αυτοί που Βούτηξαν στην Άβυσσο….

Στην Άβυσσο της βαθιάς, άγριας θάλασσας, που

Λυσσομανά αγριεμένη και τρικυμισμένη μέσα μας….

Εσύ, όμως, μην σκέπτεσαι το μετά, απλά, 

ΒΟΥΤΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ….


Τάσος Βασιλειάδης

[Εναλλαγή] (της Χρυσαυγής Τούμπα)



Κι όπως η νύχτα τυφλή το σπίτι γεμίζει

μετακινούνται οι σκιές πάνω στους τοίχους

θριαμβεύουν σύννεφα απειλητικά

παρασυρμένα από κάποιον ανύπαρκτο άνεμο.


Τα μάτια τη νύχτα νοσταλγούν

γίνονται δυο παγωμένα παράθυρα

περιδιαβαίνουν κατά μήκος του γκρίζου δρόμου

τρυφερά μυστικά στη μνήμη επανεμφανίζονται.


Είναι τη νύχτα που μπερδεύω πια την απουσία σου με το χειμώνα

τα μάτια σου με το κλείσιμο της μέρας

τα χέρια σου με τα σπασμένα κλαριά των δέντρων.


Μα το πρωί μια γάτα ερωτευμένη 

χα'ι'δολογιέται στα πόδια μου

ένα γέλιο μακρινό με το νήμα του ανέμου

φτάνει στο δέρμα μου - έχει ξημερώσει.


Μέρες ανάλαφρες  - και νιώθω στο σπίτι

ένα φως κατευναστικό

και μέρες που οι σιλουέτες των δέντρων 

ξεπροβάλλουν φαντάσματα στο παραθύρι.


Χρυσαυγή Τούμπα

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Φοβούμαι μήπως χαθούνε (της Άρτεμις Κριμιτσα)



Την ποίηση του διαβάζω και έχω λιώσει 

Νοιώθω τόσο πολύ μικρή 

Φοβούμαι τους στίχους μου θα ξεγυμνώσει 

Εκείνος τους στόλιζε με βότσαλα 

Τους δικούς μου άραγε η θάλασσα θα σώσει;


Εκείνος με τον ηλιάτορα τους έλουζε 

Με μυρωδιές αλισμαρί και δυόσμο να μοσχοβολούνε 

Εγώ πείτε μου ποια είμαι εγώ

Τη μοίρα τους φοβούμαι 

Φοβούμαι μήπως στο βυθό της πέσουνε 

Πέσουνε και χαθουνε


Θαλασσινιά μου θάλασσα εσύ 

Πλημμύρα της καρδιάς μου

Μέθυσε τους στίχους μου

Κύματα βάλε στα όνειρά μου

Να μπαίνουν στις καρδιές 

Ωσάν την Άνοιξη

Λουλούδια να σκορπούνε 

Και δάκρυα αγάπης και χαράς 

Στα πέταλα τους γλυκά να ακουμπούνε 


Άρτεμις Κριμιτσα

Από την καλντέρα της ψυχής μου

ΜΗΝ ΕΙΔΑΤΕ; (της Κυριακής Δράκου)

 


Μην είδατε εκείνο το παλληκάρι που χάθηκε;

Απεγνωσμένα το ζητούσε η μάνα κι ο πατέρας.

Βαλσαμώθηκε η ειρήνη στο αλίμονο.

Βαδίζουμε ξυπόλητοι στην αναμονή της επιστροφής.

Μην είδατε το φως της λευτεριάς;

Η υπομονή εξουθένωσε τα σώματα, μα οι ψυχές κυλούν ελπίδα.


Μην είδατε αν το νήμα της ζωής του κόπηκε σε συρματοπλέγματα;

Μήπως πότισε τις παπαρούνες να ανθίσουν;

Ο πόλεμος έσταξε στα χείλη της μητέρας πόνο.

Σε μια γωνιά σιωπηλή με τα μάτια γεμάτα αλμύρα,

κρατά μια μαυρόασπρη φωτογραφία .


Το βλέμμα χαμήλωσε, τα  κατακόκκινα  της μάτια κοιτάζουν το βορρά.

Οι παπαρούνες δακρύζουν και το αγέρι ψέλνει τον εθνικό μας ύμνο.

Πέρασαν τόσα χρόνια…

Η μάνα με το μπαστούνι της πηγαίνει κάθε μέρα στα σύνορα.

Ψάχνει το χαμόγελο της, μα κανένα μαντάτο δεν την ησυχάζει...


Φεύγει κάθε μέρα  η ανάσα της, λιγόστεψε το φως στην πίκρα, στο κλάμα.

Το αναφίλημα του χρόνου ησύχασε, μα η θλίψη της  στάζει αναμονή.

Εκεί στα συρματοπλέγματα ταΐζει τα πουλιά, περιμένει μήνυμα αγκαλιάς.

Κι όλοι όσοι την βλέπουν, την φωνάζουνε σκιά της μοίρας του πολέμου.


Ήταν άνοιξη οι παπαρούνες άνθισαν,

εκείνη ακουμπούσε το αίμα του παιδιού της στα πέταλα τους.

Ξεκίνησε να φωνάζει μην είδατε το γιό μου;

Έγειρε κατά γης άφησε  την πνοή της στην ρίζα της γης.


Την επόμενη μέρα  τα δάκρυα της έσμιξαν με την πρωινή νοτιά.

Οι παπαρούνες έσταξαν σπόρους λευτεριάς.

Και οι περαστικοί περπατούσαν και ψιθύριζαν…

Μην είδατε τη λευτεριά;

Ελεύθερη η καρδιά ας μείνει, να ποτίζει με ειρήνη τη γη.


Κυριακή Δράκου