Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Το σύμπαν λαλεί (του Βασίλη Σπανού)



Μιλάμε, ζούμε και πράττουμε

σαν να είμαστε μόνοι στο σύμπαν,

σαν να είμαστε κυρίαρχοι αυτής της κοσμικής αρένας,

πάνω σε μια χλωμή κουκίδα φωτός,

πάνω σε μια γωνιά ενός πίξελ

μιας άπειρης συμπαντικής οθόνης.

Ελάχιστοι της παρακμής

μοναχικοί επιβήτορες της σκόνης

ροπές μιας ατέρμονης διαφυγής από την ευθύνη

και την συνείδηση,

μανιώδεις καταναλωτές μιας σούπας απληστίας

με μπόλικο εγώ.

Είμαστε εδώ

καταδικασμένοι να ζούμε την αδιαφορία του σύμπαντος

σαν να μην υπάρχουμε καν, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ.

Κανένα παρελθόν δεν νοιάζεται για μας

κανένα μέλλον δεν μας συμπονά

κι ούτε παρόν δεν θα βρεθεί την μοίρα μας να στέρξει.

Καταντήσαμε επιδειξίες ενός παραλογισμού αλαζονείας

τυφλοί ακόλουθοι μονόφθαλμων δογμάτων

ζαλισμένα κύτταρα

κάτω απ' το πέλμα του καρκίνου του χρήματος

συμπιεσμένες ζωές και κελύφη δίχως περιεχόμενο.

Εκστασιασμένες σημαίες χωρίς ιστούς

πεσμένες στο χώμα.

Ότι είμαστε, ότι γνωρίσαμε, ότι αγαπήσαμε

ότι χαρήκαμε ή λυπηθήκαμε

ότι ακούσαμε και ότι ζήσαμε

πάνω σ' αυτή την χλωμή κουκίδα φωτός

είναι ένα πολύ μικρό μέρος

εμπρός στο δέος και το μέγιστον,

μια μαρμαρυγή ελάσματος φωτός ανακλωμένου

κι ένα ζαλισμένο πέταγμα πεταλούδας

σε αστρική καταιγίδα.

Πέρα μακριά στην τύχη του απέραντου

το σύμπαν λαλεί

της μοναξιάς μας την εορτή και το ρημαδιό της ερημιάς μας

συνθλίβοντας ακατάπαυστα την σιγή μας.

Μαδά τα πρόσκαιρα άνθη των κήπων μας 

και ανακράζει το άπειρο.

Η σάρκα μας, η αίσθηση μας, η συνείδηση μας

σταυρώνονται σε τόπους εφήμερους χωλαίνοντας τον θάνατο

καταμεσής στον χρόνο 

που χτίζει και γκρεμίζει επί πάσης αβύσσου

δείχνοντας καγχάζοντας την ουλή του.

Είμαστε μια ρυτίδα ύλης στο μάγουλο του σύμπαντος

στοιχειωμένο χρονικό

φυλλομετρημένο απ' το απέραντο

σημαδεμένα ηλεκτρόνια δεσμώτες του πυρήνα τους

μια άδικη του κόσμου ικεσία

εμπρός στα παράφορα κοσμικά συμβάντα

και στο αδιάστατο.

Αυθαιρεσία αφανισμού 

πάνω στα σανδάλια της αιωνιότητας

νερό Αχερούσιο που γλύφει την προσωρινότητα.


Βασίλης Σπανός

ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΣΥ (της Αθανασίας Δαμπολια)



Φίλα με ν' αντέχω την απουσία σου. 

Φίλα με δίχως αύριο. 

Φύσα με στο στόμα να πάρω ζωή

απ' την ανάσα σου. 

Δωσ' μου την γλύκα των χειλιών σου να γευτώ

να τραγουδώ παιάνες. 

Να απαγγέλω το "Άσμα ασμάτων"

ψιθυρίζοντάς σε στ' αυτί. 

Πάρε τους κτύπους μου για πλήκτρα

ακούγοντας το σ' αγαπώ μου.... 

και δημιούργησε τη δική μας μελωδία. 

Πάρε τα πάντα μου, γιατί είναι δικά σου

και χάραξέ μου την ύπαρξή σου επάνω μου

να μην μου λείπεις. 

Κλείσε με στην αγκαλιά σου 

και σφράγισε το στόμα μου

με το πιο ποθητό φιλί σου. 

Και άσε... να χαθώ για πάντα μέσα σου. 


Αθανασία Δαμπολια


  

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Άτιτλο (της Χαρούλας Βασιλάκη)

Ξημέρωσε, τι έφταιξε
Και δεν είσαι κοντά μου;

Ήλιε μου πάνε ρώτα τον

Χάνω τον έρωτα μου

Νύχτωσε και δεν είσαι εδώ

Σημεία ζωής δε δίνεις

Πίσω σου κοίταξε αν το θες

Συντρίμμια που αφήνεις

Φεγγάρι μου ολόγιομο

Πάνε να του μιλήσεις

Τι έφταιξε και έφυγε

Πάνε να τον ρωτήσεις

Ο χρόνος τρέχει, εσύ πουθενά

Μήπως να βρήκες άλλη;

Θυμάμαι που με έλεγες

Αγάπη σου μεγάλη

Ξημέρωσε η πόρτα χτυπά

Είναι ο ταχυδρόμος
Νέα μου φέρνει να όμως που

Είναι μακρύς ο δρόμος

Πήγες και ξενιτεύτηκες

Δίχως να πεις μια λέξη

Γιατί μου γράφεις μια καρδιά

Πως δεν μπορεί ν' αντέξει

Όμως θα έρθεις ξανά μου λες

Όταν θα πλουτίσεις

Να κάνεις αληθινό το όνειρο

Και νύφη να με ντύσεις !


Χαρούλα Βασιλάκη

Ψίθυροι Καρδιάς (της Λίνας Κατσικα)



Θα’ θελα να έρθεις. Να χαθώ στην αγκαλιά σου και ν’ αφήσω πίσω μου όλη αυτή τη μοναξιά, που σαν σαράκι έχει λιώσει τα μέσα μου. Να ξορκίσουμε με φιλιά τα λόγια που κάποτε μας πλήγωσαν και μας κράτησαν μακριά. Τις λέξεις που, σαν λεπίδες κοφτερές, μάτωσαν τις καρδιές μας και σκόρπισαν σκοτάδι στα όνειρά μας.


Θα’ θελα να έρθεις. Να χάσω την αίσθηση του χρόνου ταξιδεύοντας στην αρμύρα του κορμιού σου. Να σου ψιθυρίσω αγάπη και να γευτώ λατρεία. Να αφουγκραστώ τους χτύπους της καρδιάς σου και να τους εναρμονίσω με της δικής μου.


Λίνα Κατσικα


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Άτιτλο (της Λένας Περηφανοπουλου Βαμβακά)



Συνήθιζα να γκρινιάζω που δεν εκτιμούσαν την προσφορά μου.....

Σταμάτησα να το κάνω, όταν κάποια στιγμή πρόσεξα τα δέντρα....εκεί για χρόνια, στην ίδια θέση, χωρίς να γνωρίσουν τίποτε άλλο έξω από το τετραγωνικό τους χώρο......πέρασαν περιόδους που διψούσαν για νερό, πέρασαν περιόδους που πνιγόταν στο νερό, περιόδους με τα κλωνάρια τους να λυγίζουν από το βάρος του χιονιού......

Δε γόγγυξαν, αλλά εξακολούθησαν να προσφέρουν τον ίσκιο τους, τους καρπούς τους, τον κουρνιαχτό τους....ίσως θεώρησαν τον εαυτό τους και τυχερό, γιατί κάποια άλλα έπεσαν από τσεκούρι, κάποια χτυπήθηκαν από κεραυνούς κι έμειναν μισοκαμένα και κάποια ξεριζώθηκαν εντελώς από θύελλα.......


Λένα Περηφανοπουλου Βαμβακά