Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2020

Ουδείς αλάνθαστος (της Ευδοξίας Γουργιώτη)



Δε με αντέχω πλέον. Άλλο αποφασίζω και άλλο πράττω. Μικρές φωνούλες στο μυαλό μου, με οδηγούν στις αποφάσεις μου. Μα αυτές οι φωνές δε συμφωνούν ποτέ μεταξύ τους. Έχουν καθημερινή διαμάχη μέσα μου. Κι’ εγώ κάποιες φορές νιώθω ανήμπορη να αποφασίσω τι θέλω. Τι θα κάνω. Τι θα πω. Η φωνή της λογικής όμως, μου χαϊδεύει την ψυχή.

-Μη μιλάς πολύ, μου λέει.

-Δεν είναι σωστό αυτό, συνεχίζει.


Η αντίθετη φωνή χορεύει με τρελό ρυθμό μέσα μου. Σε όλα έχει ένταση. Είναι φωνακλού πολύ. Τόσο που τρώγομαι με τα ίδια μου τα ρούχα. Με μπερδεύει.

Και εκεί που αποφασίζω το "όχι" , ανοίγω το στόμα μου και λέω "ναι".

Κάποιος να με μαζέψει σκέφτομαι. Ή να ράψω τα χείλη μου. Ή να κάτσω στη θέση μου.


Όπως και να έχει, δικές μου οι φωνές, δικές μου οι αποφάσεις. Δικές μου και οι ευθύνες. Στο χέρι μου όμως κρατάω ένα χρυσό κλειδί, που με βγάζει ασπροπρόσωπη κάθε φορά που το χρησιμοποιώ. Το κλειδί της σιωπής. Και αφήνω τον άλλον να καταλάβει ότι εκείνος θέλει. Δε με αφορά. Το μόνο που θέλω είναι να τα βρίσκω συνεχώς με τον εαυτό μου και να υποστηρίζω τα θέλω μου.

Και ας μη μ’ αντέχω κάποιες φορές.

Μ’ αγαπάω όμως.

Και ας με μαλώνω.

Αυτοκριτική λέγεται αυτό.


Ε, και αν τρώω τα μούτρα μου καμιά φορά, όλα στο παιχνίδι της ζωής είναι.

Μέσα από τα λάθη μου, μαθαίνω.

Αλίμονο αν έβαζα επάνω μου τη ταμπέλα της τέλειας.

Εξάλλου, ουδείς αλάνθαστος.


Ευδοξία Γουργιωτη

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

ΘΛΙΨΗ (της Λίτσας Μοσκιου)



Ξεγελάς...

κρυμμένη μέσα σε χρώματα 

και εικόνες

όμως σε θωρώ 

στα ματωμένα φεγγάρια...

σε χαμόγελα στημένα

στα πορτρέτα πλανόδιων ζωγράφων...


Σε συναντώ...

σ' ένα ξόδεμα ήλιου.. 

σ' ένα ροζ αρκουδάκι

πεταμένο στα σκουπίδια...


Σε αναπνέω...

σ' ένα μπουκάλι 

φθηνού αρώματος...

στον ιδρώτα 

ενός πληρωμένου έρωτα...


Συνεχίζεις να κρύβεσαι...

τοιχοκολλημένη

σε αφίσες δρόμων...


Παροξυσμός ενός

άρρωστου καιρού...


Τ' όνομά σου;

ΘΛΙΨΗ


Λίτσα Μοσκιου

Φτερό στον άνεμο (του Σπήλιου Παναγιωτοπούλου)

 



Με στίχους πάνω στο χαρτί να λάμνω στον καιρό

με κάποιο ίσως παράπονο και μια μικρή πικρία

κι όταν αέρας που φυσά, με παίρνει σαν φτερό

με σέρνει κάτω στο γιαλό και με πετά στα πλοία.

Πατάω γκάζι να σε βρω, σε χάνω στα μισά

που είναι Σάντσο τ΄άλογο και που η πανοπλία;

λούφαξε ο λύκος μονομιάς σαν σκύλος μου αλυχτά

κι όλο ρωτάς αν φάνηκαν τα πλοία απ' την Τροία!

Βγάλαμε ρίζες στα μισά, τσιγγάνα μου καρδιά

ο μακελάρης άργησε και ποιος θα μας γκρεμίσει;

τι πάλι λέει, υπόσχεσαι ετούτη τη βραδιά,

που πριν το γλυκοχάραμα θα το΄χεις λησμονήσει;

Σπήλιος Παναγιωτοπουλος

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

Μαμά (της Μαρίας Χατζηδημητρίου)



Ευτυχώς που δεν είσαι εδώ μαμά 

Να με βλέπεις να μεγαλώνω, χωρίς να ζω 

Τότε οι στιγμές μας είχαν χαρά 

Τώρα στα ματοτσίνορα το δάκρυ φορώ 


Με πήρε από κάτω η ζωή μου

Δυσεύρετες οι Κυριακές εκείνες 

Σιώπησε στο βουητό η φωνή μου 

Μερόνυχτα περνάω με τις μνήμες 


Ευτυχώς που δεν είσαι εδώ μαμά 

Να δεις το κοριτσάκι σου λαβωμένο 

Ασπρόμαυρη ταινία του σινεμά 

Κυλάει το δάκρυ, σπαταλημένο


Μαρία Χατζηδημητρίου

ΝΕΟ ΣΝΟΜΠ (της Ειρήνης Γερονταρα)



Σε χώρους ματαιοδοξίας κι εγωπάθειας

εισερχόταν πάντα, με μάσκα.

Δεν υπήρχε λόγος ταύτισης 

ούτε αποκαλύψεων περιττών 

Άρτια ενδεδυμένη 

τον μανδύα της υπεροχής

κατατρόπωνε τους αστείους τυχαίους, ανταγωνιστές

ακατάδεχτα αγνοώντας τους.

Όσοι άξιζαν της προσοχής της 

ήταν σαφώς,

οι ελαχιστότατοι όμοιοι της.

Κι αυτοί συγκαταβατικά συγκαταλέγονταν 

ανάμεσα στους άξιους. 

Κατά τα άλλα,

ψήφιζε πάντα τα προοδευτικά κόμματα.

Ε δεν ήταν και καμιά συντηρητική

μήτε οπισθοδρομούσε. 

Τέλος. Οι νεοσνόμπ ήταν πλέον 

λαϊκοί. Είχε ολοκληρωθεί η επανάστασις. 


Ειρήνη Γερονταρα