Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020
Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ (της Φιλαρέτης Βυζαντίου)
Κατέβηκε προσεκτικά τη μικρή ξύλινη σκάλα
Αυτή που οδηγούσε στο υπόγειο
Αυτή που, σαν ήταν μικρούλα,
νόμιζε πως οδηγούσε στα έγκατα της γης
Τώρα ήξερε ότι τίποτε δεν ήταν πιο βαθύ από την ψυχή της
Και εκεί δεν είχε καμία σκάλα να κατέβει
Εκτός από τον πόνο
Εκείνος γινόταν ενίοτε μια τραχιά ανεμόσκαλα
και ορμητικά, μέσα σε αγέρηδες και κοσμοχαλασιά,
μπορούσε να την κατεβάσει στα φοβερά της έγκατα
Και πάντα τρόμαζε
από το αγέρωχο σκότος και το οξύτατο φως
Πάντα της κοβόταν η ανάσα
στη θέα της αιμορροούσης αλήθειας της
Πλησίασε το κουτί με την σκόνη που άπληστα
ήταν σκορπισμένη πάνω του
Αναγνώρισε τα αρχικά
Φ.Ι. Πόσο τα αγαπούσε!
Κράτησε για λίγο τα μάτια της κλειστά
''Φιλαρετάκι , φοβάσαι;''
''Γιατί να φοβηθώ; Έχει κατσαρίδες εδώ κάτω;''
Μετά άκουγε το γέλιο του
και την καθησυχαστική αρνητική του απάντηση
Τί είναι ο φόβος; σκεφτόταν
Τίποτε!
Δε θυμάται να φοβήθηκε ποτέ το σκοτάδι
Μάλλον της άρεσε
Την έκρυβε στις σκανταλιές της
Την νανούριζε στις λύπες της
Την ημέρευε στους θυμούς της
Τα είχε βρει μαζί του
Φίλος της αγαπημένος
Ανέβασε το κουτί στο φως της μεγάλης σάλας
Το άνοιξε με τρυφερότητα
Ξαφνικά ο χρόνος ,αυτό το θρασύτατο αλητόπαιδο, άρχισε να τρέχει πίσω
Όλο και πιο πίσω
Σαν κυνηγημένος κλέφτης
Σαν;
Μα κλέφτης ήταν ούτως ή άλλως
Της είχε κλέψει τα πολύτιμα όλα
Και κυρίως τα παιδικάτα της
Οι ψεύτικες πέρλες της μητέρας, τα πολυκαιρισμένα πούρα του πατέρα, το χρυσό βαφτιστικό σταυρουδάκι του αδελφού, το χρυσοκίτρινο ψαθάκι των καλοκαιριών της,
τα βαθυκόκκινα βελούδινα γάντια της των δέκα ετών, της χαμογελούσαν γλυκά
Χαμογέλασε κι αυτή
Πόνεσε
Νοστάλγησε
Ο νόστος πάντα πάει χέρι-χέρι με το άλγος
Θέλησε να επιστρέψει εκεί
Εκεί που τίποτε δεν μπορούσε να την πληγώσει
Τίποτε δεν μπορούσε να την προδώσει
Εκεί
Στα ιερά και πολύτιμα έγκατα της μνήμης
Αν δεν υπήρχαν αυτά, αναρωτήθηκε
πώς θα κρεμόταν ατρόμητη
όπως τώρα
όπως αύριο
όπως κάθε στιγμή της ζωής της
από την φοβερή ανεμόσκαλα των καταιγίδων και των αστραπών
του βίου της;
Πώς ;
Φιλαρέτη Βυζαντίου
(Φ.Β. 018011019 ''ΑΞΟΔΕΥΤΟ ΦΩΣ'' 2018-19)
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020
ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ (του Λάμπρου Βασιλειάδη)
Λίγο πολύ
δεν είναι η ποσότητα
που αμφισβητείς'
είναι το δάκρυ
που φορτίζει την ελπίδα
είν' ο λυγμός
που αδημονεί
να βρει διέξοδο
στον πόθο.
Πολύ λίγο
ενδιαφέρονται οι πτώσεις
για το δάκρυ.
Σα κόρη
διατηρείται
μέσ' στο βλέμμα
έστω και σα παράπονο.
Λάμπρος Βασιλειάδης
Διαυγής Αντίδραση
εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ 2000
Άτιτλο (της Μαρίας Νάντη)
Οι Μεγαλύτερες Αλήθειες
Γράφτηκαν Σε Τοίχους...
Έτσι, Για Να Γκρεμιστεί
Ένας Μύθος Ακόμη ...
Επειδή Οι Τοίχοι
Ποτέ Δεν Είχαν Αυτιά ...
Ο Ρόλος Τους 'Ήταν
Πάντα Διαχωριστικός ...
Μαρία Νάντη
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020
ΑΚΑΝΘΟΧΟΙΡΟΣ (της Χρύσας Νικολάκη)
Τα καρφιά στη μνήμη
απαραίτητα για την ανέλιξη.
Τ' αγκάθια διαπερνούν τη χάρτινη σάρκα
μα η καρδιά πάνοπλη με φως
τα νυκτόβια δεν φοβάται.
Ο συριγμός μακρύς αγκαθωτού τρένου
σαρκοφάγα του καπνού η σκέψη
ερωτηματικό η αμφιβολία.
Μα το φως τυφλώνει το άγριο θηλαστικό
και το τρέμουλο τ' αγκάθια πλαγιάζει
στη νάρκη της αλήθειας.
Η Δήμητρα δεν λυγίζει
εμπρος στο διμορφισμό του ρύγχους
με χέρια πυρσούς τυφλώνει
τις Κόρες του Σκότους.
Μα ύστατη στιγμή
εγκαταλείπει το στόχο της.
" Η βιασύνη κι η οργή ειναι για τους κεφαλοκυνηγούς" σκέφτεται.
Χωρίς τις Ακαλλιέργητες Πεδιάδες τ' Ουρανού
πόσο το χρέος ν' αντέξει;
Ο κόσμος πρασινίζει
όταν η αγάπη ανθίζει.
Μια νεα Περσεφονη γεννιέται!
Κι ο Πλούτωνας με άδεια χέρια
εγκαταλείπει το άρμα του στην αρένα του ήλιου.
Δεν είναι δειλία η συγχώρεση.
ΣΟΦΊΑ αγάπης είναι!
Χρύσα Νικολάκη
Σαν λήξει η γιορτή (της Λιλης Βασιλάκη)
Σαν λήξει η γιορτή
και σβήσουν τα φώτα,
εσύ, θα γίνεις σιωπή,
θα μείνουν τα χνώτα...!
Σαν θα βγει η νυχτιά,
θα γίνεις δάκρυ νοτιά.
Αέρας, σύννεφο, σκόνη
εγώ, υποχείριο άχτι,
στου χρόνου τ' αμόνι...
Θα ζήσεις κοντά μου για λίγο
και μετά, όπως πάντα, θα πεις:
"Θα φέξει... πρέπει να φύγω...!
...λυπάμαι.. το φως μόνη θα δεις...!"
Κι εγώ λύπες υφαίνω,
σκιές, σέ να προσμένω...
Θαρρώ είμαι παιχνίδι!
Δικό σου; της μοίρας;
Τριχιά, παραγάδι,
στα χέρια σας σφύρα...!
Δεν θέλω να είσαι η ανάσα,
που τις νύχτες μου κάνει παρέα...
Να γίνεις θέλω στο φως η ανάσα,
ζωή μου, η δικιά μας η μέρα...!
Λιλή Βασιλάκη
Από τη συλλογή "Ροές ψυχής"
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




