Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΚΑΠΟΙΑ ΝΥΧΤΑ (της Άννας Πατσου)


Θα πεθάνω κάποια νύχτα, μάλλον φθινοπωρινή
καθώς βλέπω να κυλάει απ’ το τζάμι η βροχή
και θα είμαι μοναχή μου, δίχως νάχω συντροφιά
παρά μόνο δυο βιβλία, στη φτωχή μου αγκαλιά.

Θα χαθούν μακριά τα γέλια, θα σωπάσουν οι φωνές
απ’ της νιότης μου την τρέλα, θα χαιδεύω τις πληγές
και θα έρθουν οι αγάπες, μυστικά για να μου πουν
που οι στοιχειωμένοι μόνο κι οι νεκροί μπορούν ν’ακούν.

Θα πεθάνω κάποια νύχτα, μάλλον φθινοπωρινή
όπως ήταν κι η ζωή μου, όπως ήταν κι η ψυχή
και δεν θα υπάρχει κάτι, κάτι άλλο για να πω
θα χω γράψει, θα χω κάψει.. όσα υπέφερα καιρό.

Και θα έρθει το φεγγάρι, να με πάρει μακριά
να χαθώ, σαν να καιγόμουν, στα δικά του τα φιλιά
κι όπως πέφτουνε τα φύλλα, κάθε αστέρι θα χαθεί
θα πεθάνω κάποια νύχτα.. νύχτα φθινοπωρινή!

Άννα Πατσου


"ΠΟΡΦΥΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ"- "24γράμματα, εκδόσεις"

ΕΙΣΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (του Χρήστου Χριστοπουλου)


Μην κοιτάς το δάκρυ μου
είναι της βροχής.
Μην κοιτάς τα λάθη μου
είναι της στιγμής.
Στέκεσαι στα πάθη μου
άνθρωπος κι εγώ.
Δώσε μου την δύναμη
ν´απολογηθώ!

Δεν κοιτώ τα μάτια σου
μόνο της ψυχής.
Δεν κοιτώ τα λάθη σου
μην μου πληγωθείς.
Στέκομαι στα πάθη σου
τα κατανοώ.
Είσαι η αγάπη μου
και το εννοώ!

Δεν κοιτώ τα θέλω μου
μόνο το <εμείς>.
Είναι η αλήθεια μου
ζήτημα τιμής.
Τα δικά μου σφάλματα
δεν τα συγχωρείς.
Είσαι η αγάπη μου
και με τιμωρείς!

Να με συγχωρείς!

Χρήστος Χριστόπουλος


ΡΕΚΒΙΕΜ (της Χαρούλας Φράγκου)



Με το πέταγμα της μέρας
σε συνάντησα
στην πορφυρή γραμμή
της Δύσης...
Έφευγες...
κλείνοντας την απρόβλεπτη
χαραμάδα ελπίδας,
στη σιωπή της επερχόμενης νύχτας.
Η επί ματαίω άφιξη των αστεριών
δεν φώτισε το σκοτάδι
που σκαρφάλωσε ανενόχλητο
στα ηλιοτρόπια,
τραγουδώντας το ρέκβιεμ
μιας χαμένης υπόσχεσης.....

 από την ποιητική ανθολογία
( ΜΕΛΙΡΡΥΤΟΙ ΛΟΓΓΟΙ)

Χαρούλα Φράγκου


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Τσακισμένο κατάρτι (της Νίκης Γκριζανοφσκι)



Στα όνειρά μου η γύμνια μου καράβι

μα τα ταξίδια του σε άγονη στεριά

τα χέρια μου κατάρτια ορφανεμένα

να ξεκουράζουν διαβατάρικα πουλιά



Άλλες φορές η γύμνια μου γλαρόνι

με πόδια κολλημένα στη στεριά

σπασμένα τα φτερά του να πετάξει

έτσι έμαθε να ζει μες στην σκλαβιά



Κι άλλες φορές γοργόνα σκαλισμένη

σε πλώρη κι ένα κύμα που την δέρνει

τόση αλμύρα από δάκρυα και πόνο

σε άγονη στεριά την ξαναφέρνει



Άγονες οι στεριές που ταξιδεύω

πάντα το όνειρό μου λαθεμένο

αν κι αγάπησα μια θάλασσα γαλάζια

γλαρόνι μένω σε κατάρτι τσακισμένο.


Νίκη Γκριζανοφσκι


Ψυχή με κόκκινα χείλη (της Μαρίας Μηνά)




Κάθε  μέρα ξεκίναγε για δουλειά,
  βάφοντας κατακόκκινα τα χείλη.
Ο γόβες χτυπούσαν ρυθμικά στον δρόμο.
Σε σκοτεινές κάμαρες μέρευε τα πάθη
των ανδρών και τους παρηγορούσε.
Γιατί οι άντρες έτσι παρηγορούνται
και μερεύουν....
Πριν φύγουν της πέταγαν τα λεφτά στα μούτρα, λες και υπήρχε τιμή για όλο τούτο.
Έχωνε τα λεφτά στο παρδαλό τσαντάκι.
Διόρθωνε το κραγιόν και πέρναγε,
 από την χήρα με τα πολλά παιδιά
 και της έχωνε στην χούφτα λίγα χρήματα.
Εκείνη αρνιόταν κατά πως κάνουν όλοι
οι φτωχοί...Πάρτα για τα παιδιά επέμενε...
Στο δρόμο την φώναζαν πουτάνα
οι πρωινοί επισκέπτες...
Και κάτι κυρίες γυρνούσαν τα μούτρα,
στο πέρασμα της....παλιοπουτάνααα
Ήξερε πως κάποιες λιγότερες θα στραγγαλιστούν, θα βιαστούν,θα δαρθούν.
Και κατάπινε τα δάκρυα της.
Πήγαινε σπίτι ξέπλενε τις αμαρτίες, από το τυραννισμένο  κορμί της, ντυνόταν κορίτσι
με πυζάμες με καρτούνς και γούνινες παντόφλες ζωάκια...
Μετά έπλενε τα πόδια του Χριστού,
 με τα δάκρυα της ...
Μυροβόλησε όταν την βρήκαν νεκρή
μετά από μέρες, με την εικόνα αγκαλιά.
Μόνο  κάτι ορφανά την κλάψαν.
Οι μη στραγκαλισμένες και βιασμένες χαμπάρι δεν πήραν...
Μόνο αυτό το άρωμα που τους τρυπούσε,
 τα ρουθούνια δεν μπορούσαν να ξηγήσουν.

Και ένας έκλαιγε στο καπηλιό,

που έχασε το εισόδημα...
   

                     


 Μαρία Μηνά