Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020
Ιούλιε μήνα άστεγε! (της Κατερίνας Ηρακλέους Νεοφυτιδου)
Αυτή η ζέστη με τρελαίνει..
με χαράσσει παντού
και με βαραίνει!
δεν μου αρέσει και νιώθω ζάλη..
Θέλω το κρύο, θέλω βροχές
για ν' αναπνεύσω πάλι!
Αυτός ο Ιούλης..
Και ο κάθε Ιούλης
είναι μαχαίρι είναι αγκάθι
δεν είναι ήρεμος, δεν έχει στέγη..
μισή Πατρίδα, μισό αγέρι!
σε καίει ο καύσωνας μέσα και έξω..
σε κάνει να τρέχεις και χάνεις το μέτρο!
Ιούλιε μήνα δεν σ' αγαπώ
ούτε την εποχή σου..
είσαι ο μήνας της οργής
κομμάτιασες την γη σου!
Κατερίνα Ηρακλέους Νεοφυτιδου
Κυριακή 26 Ιουλίου 2020
Άτιτλο (της Δωρας Μεταλληνού)
Σε ατλαζένιο κόμπο μαντηλιού
αλάτι ψυχής συναγμένο
αλισάχνης αχνός,
πετρωμένων δακρύων
της καρδιάς λευκό λουλούδι
κατάλευκo νούφαρο
στης ύπαρξής μου τη θάλασσα
παρθένο άνθος αειφόρο
της πορείας μου απόσταγμα....
Δώρα Μεταλληνού
Η κοπέλα με το κόκκινο παλτό.. (της Σοφίας Σταθαρου)
Σταμάτησε να πληκτρολογεί και κοίταξε το ρολόι που διακοσμούσε τον λεπτεπίλεπτο καρπό της.
" Τρεις, ώρα να φεύγω" σκέφτηκε. Τελείωσε την φράση που υπήρχε μισή στην οθόνη του υπολογιστή, αποθήκευσε το έγγραφο και πάτησε έξοδο. Τακτοποίησε τα χρωματιστά της στυλό, τους συνδετήρες και τα μολύβια της. Έβαλε στην άκρη την καρέκλα και πήρε την τσάντα της.
Έκανε μερικά βήματα και πήρε το κόκκινο παλτό που ήταν κρεμασμένο στον καλόγερο στην άκρη του δωματίου. Ήταν το μοναδικό πανωφόρι μιας και όλοι στην εταιρία είχαν φύγει νωρίτερα. Εκείνη πάντα έφευγε τελευταία, της άρεσε η ηρεμία που υπήρχε στον χώρο.
Φόρεσε το παλτό της και προχώρησε προς το ασανσέρ, κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά από το παράθυρο, χοντρές σταγόνες βροχής έπεφταν πάνω στο τζάμι και για λίγο μόνο ταξίδεψε με την σκέψη της, στην μορφή του, στο χαμόγελο, στα φιλιά και τα χάδια του. Ο ήχος της πόρτας που άνοιξε την επανέφερε στην πραγματικότητα. Μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί για το ισόγειο και κοίταξε το είδωλο της στον καθρέφτη, με τα δάχτυλα ίσιωσε τα μαλλιά της που λόγο της βροχής είχαν αρχίσει να χάνουν το σχήμα τους.
Η πόρτα άνοιξε και προχώρησε προς την έξοδο, σήκωσε το γιακά από το παλτό της και κράτησε σφιχτά την τσάντα της. Είχε ξεχάσει να φέρει την ομπρέλα μαζί της και σήμερα την χρειαζόταν πραγματικά, ήδη η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει. Κατέβασε το κεφάλι και με γρήγορο βήμα προχώρησε προς την στάση του λεωφορείου. Όλες οι αναμνήσεις τους, άρχισαν να εμφανίζονται ξανά, είχε προσπαθήσει τόσο πολύ να τις κρύψει στην άκρη του μυαλού της. Όμως η σημερινή βροχερή μέρα της θύμιζε την γνωριμία τους.
Μία ξαφνική βροχή στην στάση του λεωφορείου, εκείνη χωρίς ομπρέλα και εκείνος της πρόσφερε την δική του. Ένα χάρηκα ήταν η αφορμή για να ξεκινήσουν όλα και ένα είμαι έγκυος για να τελειώσουν..!
Ακούμπησε με ευλάβεια την κοιλιά της και σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο της.
Έφτασε στην στάση και κάθισε στην άκρη προσπαθώντας να προστατευτεί από την βροχή που έπεφτε με μανία στο κόκκινο παλτό της, η πολυκοσμία την ανάγκασε να καθίσει λίγα μέτρα μακριά από το σκέπαστρο. Έμεινε εκεί με κατεβασμένο κεφάλι να περιμένοντας την ώρα να μπει στο λεωφορείο να φύγει.
Λίγα λεπτά αργότερα, μια ομπρέλα επάνω από το κεφάλι της, την ανάγκασε να σηκώσει το βλέμμα της.
Εκείνος την κοίταξε και τις χαμογέλασε τρυφερά. " Σε αγαπάω, συγγνώμη. Θέλω να ήμαστε μαζί και οι τρεις μας. Θα μου δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία;"
Εκείνη χαμογέλασε, δεν είπε κάτι, μόνο πήρε το χέρι του και το ακούμπησε στην κοιλιά της. Μια μικρή κλοτσιά που ένιωσαν και οι δύο τους για πρώτη φορά, ήταν αρκετή να καταλάβουν.
Η βροχή άρχισε να δυναμώνει τόσο πολύ που πήρε την ομπρελά τους μακριά, όπως και όλη την θλίψη και τα δάκρυα τους.
Εκείνη την μέρα φτάνοντας στο σπίτι, κρέμασε το κόκκινο παλτό της και δεν το φόρεσε ποτέ, το μόνο που τις είχε προσφέρει ήταν δάκρυα και άσχημες αναμνήσεις. Θα αγόραζε άλλο παλτό, ίσως τώρα η ζωή της χαμογελούσε..!
Σοφία Σταθαρου
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Γράμμα χωρίς παραλήπτη (της Λίνας Κατσικα)
Σου γράφω. ¨Αγάπη μου¨, ξεκινάω, μα την ίδια στιγμή σκίζω τη σελίδα. Έπειτα κι άλλη, κι άλλη. Έχω γεμίσει το πάτωμα με τσαλακωμένες σελίδες. Δεν ξέρω αν με ενοχλεί το ¨αγάπη μου¨ ή η απόφασή μου να σου γράψω. Φοβάμαι πως για άλλη μια φορά η προσπάθειά μου να σε προσεγγίσω θα πέσει στο κενό, μια και φρόντισες με τη συμπεριφορά σου να κόψεις κάθε είδους επικοινωνία. Αναπάντητες έμειναν οι κλήσεις μου, χωρίς απόκριση τα μηνύματά μου. Κανένα ίχνος σου μετά το κοφτό σου «αντίο». Όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να σε ξαναδώ, να μάθω νέα σου, να ακούσω μια λέξη σου. Ένα κενό. Μια απουσία βασανιστική. Λείπεις, μου λείπεις. Με ένα «αντίο» τα έσβησες όλα; Πώς μπόρεσες; Δε σήμαινα τίποτα για σένα;
¨Αγάπη μου¨, ξεκινώ πάλι, μα σκίζω τη σελίδα πριν γράψω οτιδήποτε άλλο. Πώς να συνεχίσω; Πώς να απλώσω την ψυχή μου σε λίγες γραμμές! Πώς να βρεθούν οι λέξεις να εκφράσουν όσα με έκανες να νιώσω. Ζούσα στο μικρόκοσμό μου, ευχαριστημένη από την ηρεμία της ρουτίνας μου. Και ήρθες εσύ και την τάραξες, βότσαλο στη γαλήνη της λίμνης μου. Στην αρχή-μη γελάσεις-τρόμαξα. Αλήθεια. Προσπαθούσα να καταλάβω την αναστάτωση μου, κάθε φορά που λάμβανα μήνυμά σου. Εγώ η ψύχραιμη, η δυνατή και να τα χάνω σαν δεκαοκτάχρονο κοριτσόπουλο. Να νιώθω την καρδιά μου να χτυπά τρελά, ακανόνιστα, λες και θα έβγαινε από το σώμα μου. Κι έπειτα οι συναντήσεις μας! Μ’ έκλεινες στην αγκαλιά σου και χανόμουν. Ταξίδευα αγάπη μου μαζί σου. Ήθελα ο χρόνος να σταματούσε σ’ εκείνες ακριβώς τις στιγμές. Να μείνω εκεί χωμένη μέσα στα χέρια σου, να με καίνε τα φιλιά σου, να λιώνω σε κάθε σου άγγιγμα.
Μα ζήλεψε η μοίρα και γύρισε ανάποδα τον τροχό της. Το ένιωσα εκείνη τη μέρα. Το είδα στο βλέμμα σου, σκοτεινό, ανεξήγητο, όπως ανεξήγητη έμεινε η φυγή σου. Δεν πάει έτσι όμως το πράγμα, ¨αγάπη μου¨. Όφειλες να πεις κάτι. Ένα λόγο, μια αιτία που το προκάλεσε. Αυτό το «γιατί» θέλησα να μάθω, Γι’ αυτό το «γιατί» σου τηλεφώνησα άπειρες φορές, κουρελιάζοντας την αξιοπρέπειά μου. Μα εσύ τόσο άνανδρα βουβός. Κι εγώ; Έμεινα να αναρωτιέμαι. Τα έζησα στ’ αλήθεια όλα αυτά ή τα ονειρεύτηκα; Αξίζει να θυμάμαι κάτι ή να τα διαγράψω όπως εσύ; Πώς το έκανες αλήθεια; Πώς ξέχασες; Με διέλυσες «αγάπη μου», με κομμάτιασες. Κοιτάζω το λευκό χαρτί πάνω στο τραπέζι. ¨Σαν να μην υπήρξα¨, σημειώνω και διπλώνοντας το, το βάζω στο φάκελο. Έπειτα, σβήνω το φως.
Λίνα Κατσικα
Πρώτη ανάρτηση στο " Μεταξύ μας"
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (της Σοφίας Κοντογεώργου)
Φιλήδονα ακρογιάλια
ερωτοτροπούν με τα κύματα
Φλογερός εραστής ένας ήλιος
το κορμί παραδίνει
στης γαλάζιας εταίρας το πάθος
Κοράλλια κόκκινα
ανθίζουν τα κορμιά
στο βυθό του έρωτα
Σαν άτι καλπάζει η ανάσα
στου οργασμού το κορύφωμα
Στις καρδιές αλητεύει
ο αντάρτης Θεός
στους ανύποπτους στήνει παγίδες
Στα φτερά του ανέμου
ταξιδεύει το τρελό καλοκαίρι
πλανεμένο απο όρκους
σε στιγμές ηδονής φυλαγμένους
Τις νυχτιές ξεκρεμάει τα άστρα
να φωτίσει τους πόθους
Βασιλιάς και δυνάστης
την αρχή και το τέλος
που ορίζει.
Σοφία Κοντογεώργου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




