Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΕΝΑ (της Τζένης Τσιουγκου)



Όταν χαμογέλασες πρώτη φορά μπρος στα μάτια μου
χαμογέλασε κι ο κόσμος όλος.
Πώς ήταν δυνατόν να μην το νιώσω,
πώς ήταν δυνατόν να μην αισθανθώ
τη χαρά που σκόρπισαν ξαφνικά
τα χείλη σου στο χαμόγελό σου;

Και τότε…
Σε μια στιγμή με μάγεψες,
σε μια στιγμή γεμάτη φως,
με των ματιών σου την λάμψη την ατέλειωτη
μ’ έριξες στης σαγήνης σου τ’ ορμητικό ποτάμι.
Και τώρα αυτή τη στιγμή σκέφτομαι,
αυτή τη στιγμή θ’αγαπώ,
αυτή η στιγμή θα μ’ ακολουθεί μια ολόκληρη ζωή…

Ζωή μου!...
Ζωή μου, εσύ με ταξιδεύεις σε μέρες ηλιόλουστες
εσύ μ’ οδηγείς στην ακτή της πληρότητας.
Σε μέρη όπου άλλοτε οι πόθοι ολοκληρώνονται,
σε μέρη όπου άλλοτε ανυπομονούν να εκπληρωθούν.

Θα περιμένω ξανά τις φωτεινές στιγμές απ’ τα χαμόγελά σου.
Θ’ αποζητώ την φλόγα απ’ τις αμίλητες ματιές σου.
Οι ματιές σου και τα  χείλη σου
ήταν μαγεία που μ’ έλουσε σ’ ένα λεπτό,
και μετά από μερικά χαμόγελα σου
έμεινα μεθυσμένη από έρωτα.
Δεν μπορώ να διώξω αυτό το μεθύσι απ’ το κορμί μου
κι όταν είσαι μακριά μου σε θέλω όλο και πιο πολύ.

Σε νοσταλγώ πάντα…
Πάντα και πιο πολύ
όταν το πρόσωπό σου εμφανίζεται
στον καθρέφτη της καρδιάς μου,
όταν τα βήματά σου ακούγονται
στους δρόμους των ονείρων μου.

Σ’ αγαπάω πιο πολύ
όταν συλλογίζομαι όλα τα χαμόγελά σου
και περιμένω εσένα διαρκώς
όπως περιμένω εκείνες τις φωτεινές στιγμές σου,
τις φωτεινές στιγμές από τα δυο σου μάτια.

Τζένη Τσιουγκου


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ ΟΝΕΙΡΑ (της Χρύσας Νικολάκη)



Λευκά τριαντάφυλλα
κουρτίνα κόκκινη
σαν απο αργαλειό αράχνης
μα διάτρητη
σε σύννεφο ανταριασμένο,
κεραυνόπληκτη
η ψυχή.

Κόκκινο του πάθους
σα γεράνι ανθισμένο στης λίμνης
το ηλιοβασίλεμα.
Πλημμυρισμένα τα μπαλκόνια
από τις στάμνες της επιθυμίας
στο χάρτη άφαντο και το νησί
σαν Ποντίκι διωγμένο
Ίχνος από πράσινο...

Πνιγμένοι οι λεπτοδείκτες
απ' της ομίχλης το θόλωμα.

Η ψυχή γκρεμισμένη αητοφωλιά
κι εσύ αμίλητος,
της λησμονιάς
άηχο το νερό,
πέτρωσαν κι οι ευχές
απολιθώματα οι λέξεις.
Τόσο υγρό στοιχείο στη φύση
μα κάποτε οι λογισμοί στερεύουν
παύουν να διψούν
μετά τους κατακλυσμούς.

Μα αν διψάσεις ποτέ
σκύψε μέσα μου να πιεις!
Είπε η λίμνη στο παλικάρι:
Μην πνιγείς!
Απλά καθρεφτίσου.
Φτάνει μια κυρά Φροσύνη.
Δεν ξεδιψά το νερό
της ματαιότητας.

Χρύσα Νικολάκη


Άτιτλο (της Μαρίας Νάντη)


Οχι! Δεν θα σας παραδώσω
την απόγνωση μου.

Μπορείτε να συνεδριάζετε ώρες ολόκληρες,
στα μυστικά σας δικαστήρια ...

Μπορείτε να με κοιτάζετε
κάτω απ' τα υπόγεια βλέμματά σας ...

Μπορείτε να κρύβεστε πίσω
απ' τους κίτρινους φακέλους σας ...

Μπορείτε να με καταδικάσετε
έχοντας γυρισμένη την πλάτη σας

Και την στιγμή
που θα σας φωνάζω,

- ΑΘΩΑ,

μπορείτε να σκύψετε κάτω
τ' αυτιά σας ...

Όχι ! Δεν θα σας παραδώσω
την απόγνωση μου.

Μπορείτε να με στήσετε απέναντί σας
και να στρέψετε το κεφάλι σας,
αδιάφοροι, κοιτώντας το άδειο ταβάνι ...

Μπορείτε χωρίς να μιλήσετε,
να με σκοτώσετε χιλιάδες φορές ...

Μπορείτε να γράψετε
επάνω στην ταφόπλακά μου την λέξη : "απεβίωσε",
δίχως ακόμη να είμαι νεκρή ...

 ΟΧΙ ! ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΠΑΡΑΔΩΣΩ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΟΥ !!!

σκέψεις γραμμένες επηρεασμένη από τον Ιονέσκο

Μαρία Νάντη

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Άτιτλο (της Κατερίνας Κανάκη Αξουγκα)


Τα δάκρυα σας δεν έχουνε ποιότητα,
αποφάνθηκε η γιατρός.
Και σκέφτηκα πως όλες οι ροές μου
δωρήθηκαν αμαχητί στο χρόνο.
Δεν έχω πια απτά πειστήρια
να δείξω πως καίγομαι ολόκληρη
Ή πως ολοσχερώς μετανοώ για όσα
ανόσια έπραξα.
Δεν είμαι πια η διστακτική και νέα ερωμένη
ούτε η μυρεψός να λούσω τα λευκά του πόδια.
Είμαι μονάχα σκεύος εκλογής των λέξεων μου
Ερωτευμένες χύνονται μες σε πικρά ποτήρια
και με προστάζουν:
"Πιες  και μέθυσε!
Και μεθυσμένη από το νάμα
κι απόψε ονειρέψου!

Κατερίνα Κανάκη Αξουγκα


Η αρκούδα (της Σοφίας Τριανταφυλλίδου)


Με λένε Ελευθερία.
Εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, ζω ολομόναχη σ'ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος.
Υποφέρω από εφιάλτες.
Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο.Μια τεράστια καφέ αρκούδα έρχεται και ξαπλώνει δίπλα μου στο κρεβάτι και με κοιτά με τα μεγάλα μάτια της.
Κάθε φορά ξυπνάω ουρλιάζοντας και πετάγομαι έντρομη από το κρεβάτι μου, λουσμένη στον ιδρώτα.
Εδώ και λίγους μήνες όμως, από την μέρα που γνώρισα τον νεαρό κυνηγό Τζάκ στο δάσος, τα πράγματα έχουν αλλάξει κατά πολύ.
Η μεγάλη αρκούδα που έρχεται κάθε βράδυ απροσκάλεστη, έπαψε να με τρομάζει.
Άλλωστε το είδωλο που καθρεφτίζεται μέσα στα άγρια μάτια της , κάθε φορά που με κοιτάζει, μου είναι πλέον τόσο  οικείο.
Μάλιστα το έχω παρακάνει με την αναισθησία μου.
Όταν πλέον ξαφνικά την βλέπω μπροστά μου, αλλάζω πλευρό στο κρεβάτι μου αδιαφορώντας για την παρουσία της, και μάλιστα μερικές φορές, έχω το θράσος να τεντώνω το ένα χέρι μου επάνω της, σχεδόν αγκαλιάζοντας την.
Σήμερα το βράδυ όμως, όλα είναι τόσο διαφορετικά.
Εκείνη είναι πολλή ανήσυχη, ενώ τα μάτια της είναι υγρά, σχεδόν δακρυσμένα.
Δεν ξαπλώνουμε, είμαστε ξάγρυπνες και οι δυο, καθόμαστε και περιμένουμε μαζί τον Τζάκ.
Σήμερα εκείνος μου υποσχέθηκε ότι θα έρθει για πρώτη φορά να κοιμηθούμε μαζί.
Το κουδούνι χτυπά .Τρέχω να ανοίξω.
Κοιτώ για τελευταία φορά πίσω στο κρεβάτι μου.
Η μεγάλη αρκούδα λείπει.
Στην θέση της ένα μικρό λούτρινο αρκουδάκι, που του λείπουν τα μάτια.
 
Σοφία Τριανταφυλλιδου