Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Άτιτλο (της Νάνσυ Μπασδέκη)


Σκιές ξεπρόβαλαν
μελανοφόρες
της χαραυγής καλλίγραμα κορμιά
του ασπασμού οι κολασμένοι
κι ανταμώθηκαν κρυφίως σ'εκείνη την απόμερη γωνιά που χάραξε της ώχρας η επιθυμία
βλέμματα  ανταποδοτικά
σα`ί`τες πυρός  θεραπαινίδες
σαρκός αιμορροούσας, φλογισμένης

ένα μπουκέτο παπαρούνες διαλυμένο στο διάβα αγέρα πορθητή
κι ένα καπέλο άλλης εποχής το λάφυρο

μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες το χελιδόνι που ξέμεινε στο κρύο κι ο γατούλης της γειτονιάς, ο αδέσποτος...

Νάνσυ Μπασδέκη                                                    

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Γυναίκα Ρόδο (του Θωμά Θύμιου)



Γυναίκα ρόδο,
δίχως αγάπη, έρωτα, παγωμένη ψυχή
στέκετε σαν ένα λειμώνα ερημωμένο
στο χείλος του πένθους, ταραγμένη

Γυναίκα ρόδο
θάλασσα φουρτουνιασμένη  ψυχή,
ναι, δίχως την λαχτάρα των φιλιών,
την δική τους ηδονή, δεν γαληνεύει
σαν λουλούδι στην έρημο, μαραίνει

ερωτευμένη καρδιά,
ολόδροσο κόκκινο τριαντάφυλλο,
εσύ, βυθίσου στα ωραία δικά της μάτια
θέλει φως, ήλιο χαμόγελο, ρομαντικό έρωτα
με αγάπη, στην αγκαλιά σου, θαρρεί, ανθίζει,
ανασταίνεται και σε μεθά σαν το παλιό κρασί
ξυπνώντας της αινιγματικές σου επιθυμίες

ο ποιητής, τρέχει ιδρωμένος με την φαντασία
με χαμόγελο, σοφία να σου πει μια συμβουλή:
σεβασμό, αγάπη, έρωτα, γυναίκα φύση, ζωή.

Θωμάς Θύμιος

Μεγάλωσα μάνα (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Mεγάλωσα Μάνα, Μεγάλωσα
Ήπια το κόκκινο κρασί και μ έκαψε η φωτιά του
Έζησα τόσα πράματα, μα μοιάζουν τόσο λίγα
Μια πεταλούδα είν η ζωή, χρώματα χίλια αλλάζει
Ένας καθρέφτης Μάνα μου, πάντα αλήθεια λέει
Τα μάτια μου θολώσανε απ τα πολλά που είδα
Και τα μαλλιά μου έπαψαν να στάζουνε κρινάκια
Μια αυλακιά μου χώρισε το πρόσωπο στα δύο
Η μια πλευρά μαράζωσε κι ένα λυγμό ξεχύνει
Μα η άλλη ακόμη προσπαθεί πιο ζωντανή να μείνει
Και με ρωτάει η ψυχή διάλεξε πως θα ζήσεις
Τα χρόνια που απόμειναν μέχρι να ξεψυχήσεις
Ζωγραφισμένες οι πληγές, εικόνες κι εφιάλτες
Μάνα μου αλήθεια δε τολμώ καθόλου ν αντικρύσω
Αυτό το γκρίζο που ξερνά η κάθε μου ρυτίδα
Μα κοίτα τούτη τη πλευρά, κοίτα ένα φως καθάριο
Αυτή ούτε την άγγιξε ο χρόνος, το ναυάγιο
Κι εσύ μου λες Μανούλα μου, εκείνη να διαλέξω
Και το χαμόγελο μισό έχει τη δύναμή του
Με μια τεράστια απόφαση έσπασα τον καθρέφτη
Κι έμεινε μόνο η μεριά που διάλεξα να ζήσω.
Δε θα νερώσω το κρασί, κι ας τρέμουνε τα πόδια
Κόκκινο πάλι απ την αρχή, με πάθος θα το πίνω
Ναι Μάνα μου μεγάλωσα, μα όχι κι η ψυχή μου
Κι ας τύλιξαν τις ρίζες τους οι στεναγμοί τριγύρω
Όσες φωτιές κι αν καταπιώ αυτή θα μείνει ατόφια
Κι όσο γερνάει το κορμί αυτή θα δυναμώνει
Ναι Μάνα μου μεγάλωσα μα δε παραπονιέμαι
Γιατί σε κάθε στεναγμό πάλι ξαναγεννιέμαι

Ζωή Χαλκιοπούλου
Από το βιβλίο μου 12 Ιστορίες Κάτω Από Τον Πλάτανο

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Άτιτλο (της Γεωργίας Δεμπερδεμιδου)


Διαμάντια οι μνήμες
νοσταλγικά κείτονται
θρυμματίζουν  όλη την γη
σε μια  απέραντη ματωμένη πληγή

Τούτες τις ερημικές νύχτες
μουσκεμένα τα όνειρα
νααυγός και εγώ από θάλασσα
σε ουρανό απαρηγόρητος ο πόνος
των  οστών

Δίχως να αγαπούν τα χείλη
ορφανά τα μαύρα μάτια
χέρια δεμένα πολύ πικρά
πως να κρύψω στα νεκρά
δάχτυλα την αγκαλιά

Πως έγινε και χτίσαμε
τόσες φυλακές
μαζί σου βουβές
και οι Κυριακές

Σε ένα πεζούλι
αφήσαμε άδοξα στιγμές
Σε αυτή  την ζωή
πως να μπορεί
να αποχωριστεί
το σώμα από την ψυχή

Γεωργία Δεμπερδεμιδου

           

Στη δική μου Μάνα (της Θέμις Ταταρη Μπιλληρη)



Μια ψυχούλα πόσο μοιάζει
μ' αστεράκι σαν βραδιάζει
καντηλάκι που φεγγίζει
συννεφάκι που δακρύζει

Μια ψυχούλα  πόσο μοιάζει
με πουλάκι μες στ' αγιάζι
θυμαράκι που μυρίζει
μελισσάκι που βουίζει

Μια ψυχούλα πώς μυρίζει
ακακία που ανθίζει
φυλλαράκι που σαλεύει
πεταλούδα που χορεύει

Μια ψυχούλα πόσο μοιάζει
με το φλοίσβο σαν βραδιάζει
σιγοσβήνει ψιθυρίζει
θαλασσόκρινα μυρίζει

Το τρεμάμενο αστεράκι
του γιαλού το κυματάκι
το μελίσσι το λουλούδι
το μικρό το πεταλούδι
το θυμάρι το πουλάκι
τ' ουρανού το καντηλάκι...

Πώς θυμίζουν μια ψυχούλα
την ψυχούλα σου Μανούλα!

Θέμις Ταταρη Μπιλληρη