Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Τρίτη 14 Απριλίου 2020
Τελευταίος καφές (της Ζωής Χαλκιοπούλου)
Τελευταίος καφές
Μείνε για λίγο να σου πω δυο κουβέντες. Δε θα σε κουράσω πολύ. Άσε τις βαλίτσες στην εξώπορτα, το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα σ εμποδίσω να φύγεις. Η γυναίκα σου είμαι. Μπερδεύτηκες με τις αλλαγές μου μάλλον. Έφτιαξα τα μαλλιά μου και άλλαξα την γκαρνταρόμπα μου. Έλα πλησίασε, θα φτιάξω να πιούμε μαζί τον τελευταίο καφέ. Αλήθεια, πως τον πίνεις; Όλα αυτά τα χρόνια πάντα άλλαζες γνώμη. Μια γλυκό, μια σκέτο. Άλλοτε μέτριο και άλλοτε βαρύ. Ποτέ δεν έμαθα. Εδώ θα μου πεις, ούτε εσύ ξέρεις τι θες. Λέω λοιπόν να το πιάσουμε απ την αρχή. Να γνωριστούμε. Να μάθεις κι εσύ τι μέρος του λόγου είμαι. Γιατί είμαι σίγουρη ότι ούτε αυτό το ξέρεις. Δε θέλησες να το ψάξεις. Εντάξει, δε φταις μόνο εσύ. Έτσι τα βρήκες, έτσι έμαθες. Ότι θέλει ο αρχηγός του σπιτιού. Στην αρχή είναι τόσο τρυφερό, τόσο δελεαστικό. Μα είπαμε, όλα έχουν και όρια. Τα ξεπεράσαμε κι οι δύο. Εγώ βυθίστηκα στην υποταγή σου κι εσύ κάθισες στο σβέρκο μου. Μη με κοιτάς έκπληκτος. Δε είσαι εσύ μόνο που βαρέθηκες. Εγώ ακόμα περισσότερο. Γιατί μια ζωή κοιτούσες την πάρτη σου. Τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Γερό πρωινό για να αντέχει τη σκληρή δουλειά ο σύζυγος, ρούχα σα να έχουν φορεθεί πρώτη φορά διότι πρέπει να ξεχωρίζει ο σύζυγος, μεσημεριανό γιατί έρχεται κατάκοπος ο σύζυγος, ησυχία να ξεκουραστεί ο σύζυγος, ξανά ησυχία για να δει ποδόσφαιρο ο σύζυγος, και οπωσδήποτε έτοιμη κάθε στιγμή όταν έχει ορεξούλες ο σύζυγος. Βρε τον σύζυγο!
Ποτέ δεν πήρες είδηση, όταν μούσκευα το μαξιλάρι δάκρια, ενώ εσύ ροχάλιζες του καλού καιρού. Ούτε τα ξενύχτια στην κουζίνα, με κλειστό το φως, να κοκαλώνω το βλέμμα στη φρουτιέρα. Ξέρεις τι κουβέντες έχω κάνει εγώ με τα μήλα, τα πορτοκάλια και τις μπανάνες; ‘Η μήπως να σου πω για την ώρα που μου άφηνες χρήματα στο τραπέζι για τα ψώνια της ημέρας; Διότι εσύ έκανες το κουμάντο, εγώ απλά ήμουν το υπηρετικό προσωπικό. Αναλυτικοί λογαριασμοί, αναφορές, αν και γιατί. Επιχείρηση Σπίτι.
Σε καταλαβαίνω, βαρέθηκες. Γι αυτό και αποφάσισες να φύγεις. Μας έσωσες στ αλήθεια. Πριν γεράσουμε και δεν προλάβουμε να ζήσουμε.
Σε βλέπω έκπληκτο όμως; Γιατί; Σου κάνει εντύπωση που ακούς τη φωνή μου; Πονούσε ο λαιμός μου τόσο καιρό και φοβόμουν να μιλήσω. Ξέρω και να τραγουδάω. Και να χορεύω. Αγόρασα καινούργια ρούχα με τον πρώτο μου μισθό. Μη με κοιτάς, εγώ είμαι, η πρώην, ανανεωμένη σύζυγός σου. Η αληθινή. Μ αυτήν δε μπορείς να τα βγάλεις πέρα.
Και τώρα αγαπημένε μου πρώην σύζυγε, αν τέλειωσες το καφεδάκι σου, μπορείς να φύγεις. Οι βαλίτσες είναι εκεί που τις άφησες, στην πόρτα. Αναποφάσιστο σε βλέπω. Το κατακάθι δεν πίνεται βρε κουτό, θα σου κάτσει στο λαιμό και θα σε πνίξει. Με συγχωρείς τώρα, γιατί έχω πολλά πράγματα να κάνω. Κάπως πρέπει να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Ίσως θα έπρεπε να σου πω λυπάμαι. Έτσι για το τυπικό της υπόθεσης. Μα δεν το νιώθω. Γιατί δεν λυπάμαι αγαπημένε μου πρώην σύζυγε!
Ζωή Χαλκιοπούλου
Δευτέρα 13 Απριλίου 2020
Και γινόμουν ένα με... Σένα (της Θέμις Ταταρη Μπιλληρη)
Στο ξωκκλήσι της ερημοτοπιάς
το απαγκιασμένο στους χορταριασμένους βράχους
με τ' αγριολούλουδα,
και μπροστά σ'ένα κεράκι που τρεμόσβηνε,
στην ξεθωριασμένη εικόνα
ενός ταπεινού ξεχασμένου άγιου,
Γονάτισα.
Και με μια χούφτα ταπεινά κυκλάμινα,
- καθένα και μια μετάνοια -
Προσευχήθηκα.
Και καθώς Σ' ένοιωθα ψηλά,
μ' ανέβαζες ως τ' άστρα.
Και καθώς Σ' ένοιωθα δίπλα μου
διαπερνούσες λειτουργικά εντός μου
και γινόμουν
ένα μ'... Εσένα!
Θέμις Ταταρη Μπιλληρη
(Το ποίημα αυτό φιλοξενήθηκε στον τόμο "Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2020"
Γκουρμέ (της Αναστασίας Πελεκάνου)
Μη μου δείχνεις άλλο
τα δόντια σου.
Η στιγμή έφτασε.
Ξερίζωσα ακόμα
μιά φορά την καρδιά μου.
Την τοποθέτησα,
πάνω στο γυάλινο
τραπέζι.
Τώρα φαίνονται δυό
πάνω στο γυαλί.
Γκουρμέ για σένα.
Όχι, μη γελιέσαι,
δεν την αγγίζεις.
Τέτοιο θέαμα
η ψυχή δε βαστά.
Για λίγο την αφήνω,
να νιώσεις αλήθεια.
Να δεις
πως πάλλεται.
Πως θολώνει
τα βίαια μάτια
που τη θωρούν.
Πως χτυπά δυνατά
κι αφήνει τον θύτη
νηστικό.
Αναστασία Πελεκάνου
artist Omar Galliani
Κυριακή 12 Απριλίου 2020
ΣΑΝ ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ (της Μαριάνθης Πλειώνη)
Καλπάζει η νύχτα
στο λευκό της άτι
και το φεγγάρι από ψηλά
δεν κλείνει μάτι.
Μισό έχει μείνει,
φαίνεται πολύ ζηλεύει.
Αχ! Πόσο θα ΄θελε
με τ΄άσπρο τ΄ άλογο να ταξιδεύει!
Μα ποιος θα φώτιζε τότε τη γη μας
σαν λυχναράκι,
ταξίδι αν έφευγε μέσα στη νύχτα
το φεγγαράκι;
Μαριάνθη Πλειώνη
Ζωγραφιά: Αθηνά Πετούλη
Οι ομπρέλες της Αίγινας! (της Κατερίνας Χαδουλου Σκιντζη)
Πάντα έφευγα ...
στη φθορά, τώρα γιατί;
αποδιώχθηκα ...
στην ευτυχία πάνω;
Ποιο μάθημα λαμβάνω;
Άφοβοι φόβοι...
Δυνατοί αδύναμοι ...
Περίτεχνοι περί τέχνης...
Πάντα έφευγα άφοβη
απέναντι στην αλήθεια μου...
Στη φθορά δυνάμωνα, πείσμωνα...
Ευτυχία περίτεχνα ανακάλυπτα, γευόμουν...
Και όμως στην αρχή πάντα
η υγρασία της βροχής σε ενώνει...
Το πιο απλό αντικείμενο μία ομπρέλα
σε νοιάζεται, σε φροντίζει, σε αγκαλιάζει.
Ο ουρανός λοιπόν γεννάει αγκαλιές
μικρές χρωματιστές φωλιές
μέσα τους θαλπωρή γυρεύεις...
Τα χέρια απλώνονται, μοιράζονται,
οι πλάτες τα φορτώνονται τρυφερά...
Τ 'ακροδάχτυλα ηλεκτρίζονται
όταν ελπίζεις να νοιώσεις
πως ναύλο δεν υπάρχει για τα ναυάγια,
παρεκτός αμμουδερά καρνάγια
που θαρραλέα αποζητάν
πέρα από τις αγκαλιές,
την ηδονικά μελωδική
του ύπνου μοναδική αγκαλιά...
Κατερίνα Χαδουλου Σκιντζη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




