Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Άτιτλο (της Εύας Λόλιου)

Η μάνα πίστευε πως απ' τα γεννοφάσκια  ήδη  ξεχώριζα απ' τ' αδέλφια μου και με φώναζε πουλί μου..
 Πουλί μου αυτό, πουλάκι μου 'κείνο και ειλικρινά μέχρι αμούστακος που 'μουν καθόλου δε με πείραζε. Το 'νιωθα βλέπεις σαν μια ανάγκη κι ένα καλό λόγο να πέφτω συχνότερα στην αγκαλιά της και να την φιλώ. Μα κι αργότερα που παντρεύτηκα κι ήλθαν στο κόσμο τα δικά μου χελιδόνια, πουλί της ακόμη μ' αποκαλούσε.  Τόσο γλυκά και τρυφερά που ζήλευε η γυναίκα μου και δεν την ήθελε καθόλου να πατά στο σπίτι.
  Έρχονταν τότε η δόλια έξω απ' την πόρτα του φράχτη αφήνοντας στα κλαράκια της μυγδαλιάς καραμέλες, χρωματιστά λουκούμια και σοκολάτες για τα παιδιά.
 Στέκονταν για λίγο στην σκιά του δέντρου και διάβαζα απ' το παραθύρι τα τραγουδιστά της χείλη.
''Χίλιοι αγγέλοι γιόκα μου να σε φυλούν, χίλιοι και στην αυλή σου, γλυκά ν' ανθίζουν στα δενδριά που στέκει η ζωή σου''.. Έκαμα να βγω τότες έξω πέφτοντας βαθιά στον κόρφο της να κλαίω, μα το κορμί της Λενιώς μου 'κλεινε ερμητικά τον δρόμο λέγοντας μου να διαλέξω.. 
Κι όσες φορές να της εξηγούσα της άπονης, ποτέ δε μ' άκουγε, λες και μιλούσα σ' ατσαλένιο τοίχο.
 Πως  ''να  Λενιώ μου, ξέρεις μπέμπα μου, 'γω απ' τα σπάργανα μου 'κόμη αγγέλους ατένιζα στα ταβάνια.. Κι όταν πονούσαν τα ούλα μου ν' ανατείλουν τα πρώτα μου  δόντια, έρχονταν και με έπαιζαν αυτοί, μου πείραζαν τα χεράκια κι άρχιζα τ' αγκού και τα γελάκια..  Η μάνα μου γι' αυτό με λέει πουλάκι της, γιατί πιστεύει πως αλλόθροος είμαι απ' τους ανθρώπους..''
''Η εμένα ή εκείνη !'' ούρλιαξε ύστερα πιότερο θυμωμένη κι η φωνή της αντίλαλος που χτύπησε ολάκερο το χωριό.
Τρόμαξε ο τσομπάνης στην κατάφυτη πλαγιά, τα σκυλιά και τα κοκόρια  τρέχαν δεξιά κι αριστερά αλαφιασμένα κι έως στην στροφή του δρόμου έφτασε η  κραυγή της  διώχνοντας άρον άρον την μάνα  για τ' αντικρινά βουνά..
Την τελευταία αυτή φορά, σκυφτή και γριούλα πια κατηφόρισε η Χελιδόνα μου, πετώντας προς τα βαθύκρημνα του κόσμου..

Εύα Λόλιου


αλλόθροος - αυτός που μιλά ξένη γλώσσα.
Μικροδιήγημα.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Κοιτάζω (του Πάτροκλου Σεφεριάδη)



Κοιτάζω τα χείλη που μέσα από  σιωπή έδωσαν έρωτα,
 αναρωτιέμαι,
η πηγή του πάθους,
το σώμα βρίσκει,
αισθάνομαι  ζεστασιά,
όταν η φωνή ακουμπά στο χρόνο,
λειτουργεί σαν ζάλη,
η ηδονή λούζει τα κορμιά,
πρέπει να περιμένεις το ιδανικό,
γίνεται γιορτή,
εσύ ακούς το πόθο,
απέναντι στη χαραυγη,
κοιμάσαι δίπλα της στο ίδιο στρώμα,
 τα σεντόνια τυλιγμενα στο γυμνό κορμί, άλλοθι στη φωτιά που έκαψε τη νύχτα, έπειτα σε φιλώ στα βλέφαρα, τα δάχτυλα ακουμπούν το στήθος, δύο κύκλοι σε έντονο χρώμα, λειτουργούν σαν μαγνήτης,
 τα μάτια μου δεν μπόρεσα να πάρω.

Πάτροκλος Σεφεριάδης


Λέξεις από τη συλλογή
Τόλμα αν μπορείς

Περιμένοντας την πανσέληνο (της Αγγελικής Ντελια)


Τα βράδια που δεν κοιμάμαι σιγοτραγουδώ...
Αφήνω τις γρίλιες μου μισάνοιχτες, όπως αφήνω μισάνοιχτες και τις λιγόφωτες μνήμες της καρδιά μου...
-Μισάνοιχτες, μεσάνυχτες, μισοφανέρωτες!
Τις νύχτες αυτές, τ΄ αστέρια συχνά κουβεντιάζουν μαζί μου για τον απέραντο τόπο τους και πότε πότε δειλά με ρωτούν γιατί σιγοτραγουδώ μόνο τους πόνους, γιατί σιγοψιθυρίζω μονάχα τους καημούς;
-Τ' αστέρια όμως δεν γνωρίζουν από πολέμους, ούτε από ματωμένους έρωτες, ούτε κι απ΄της ψυχής τους ξενιτεμούς...
Κι εκεί, μέσα στο ήσυχο δωμάτιο, προσπαθώ τότε ν΄ανασάνω τους ήχους της καρδιάς μου...
Αφουγκράζομαι ακίνητη ν΄ ακούσω τους αντίλαλους να ξεθαρρεύουν πάνω στους κρύους τοίχους, να πιάσω έστω έναν πάνω στα φθαρμένα σανίδια, έναν φλεβικό χτύπο, έναν οργασμό, για να τον βαπτίσω ευλαβικά με το ομορφότερο που υπάρχει όνομα...
Καταπίνω την ανάσα μου όμως για να μην θορυβήσω...
Μην ξυπνήσω την κοιμισμένη καρδιά μου, μην την ξυπνήσω!
Τα βράδια που δεν κοιμάμαι ονειρεύομαι το όνειρο...
Φαντάζομαι τον ουρανό χωρίς αστέρια, μόνο με μια τεράστια ολόφωτη πανσέληνο...
Μια τέτοια πανσέληνος θα μπορούσε να με κάνει να με αγαπήσω...
Θα μπορούσε να με κάνει ν΄ ανοίγω στο σκοτάδι της νύχτας τις γρίλιες μου, όπως ανοίγει ο θεός στο σύμπαν την αγκαλιά του...
Και την καρδιά μου να τη μεγαλώνει, να την απλώνει όπως την ξεδιπλώνει ένας αληθινός έρωτας, χωρίς τον μαύρο φόβο!
-Αλήθεια ονειρεύομαι το όνειρο...
Κάποιες νύχτες νομίζω, θυμάμαι ακόμη και τον σκοπό από ένα νανούρισμα τσιγγάνικο μέσα στο πυκνό δάσος, την ώρα που αποκοιμιούνται οι σκιές...
Το ποτάμι που λίγο πιο δίπλα ξαγρυπνά, κρατά σιγόντο μ΄ ένα μακρύ παραπονιάρικο τρέμουλο κι αποκαλύπτει μυριάδες νεροπεταλούδες π΄ ασημίζουν τα τρυφερένια τσιγγάνικα λόγια...
Λόγια, που μιλάνε για ένα παιδί ίδιο το Φεγγάρι...
Απλησίαστο σαν αγρίμι, με μακρυά κίτρινα μαλλιά, με γαλάζια χείλη και με μάτια παθιασμένα απ΄τη φωτιά ή σαν από το αίμα!
-Ναι, τα θυμάμαι αυτά τα λόγια...
Τα θυμάμαι μα όχι πάντα, σε κάποιες περίεργες νύχτες τα σιγοτραγουδώ πιστεύοντας πως με αυτά θα καλέσω κοντά μου το παιδί Φεγγάρι...
Και τότε εκείνο για να περάσει μέσα στο γυμνό μου δωμάτιο, θα σπάσει τις μισάνοιχτες γρίλιες και τη δειλή μου καρδιά, θα σπάσει τους τοίχους και θα με τραβήξει έξω στον κήπο...
Στον δικό του κήπο, όπου τα μελωδικά πουλιά και τ΄αστέρια θα είναι σύντροφοι στον έρωτα και στην αγάπη, τα λουλούδια και τ΄άγριο χορτάρι και τα δέντρα θα μοιράζονται όλα τους τα πάθη, όλα τους τα μυστικά και δεν θα υπάρχει έτσι άλλο πια σκοτάδι!
Κι εγώ σαν παιδί να κοιμηθώ...
Και το παιδί Φεγγάρι να γίνω στον ύπνο μου εγώ, μια Πανσέληνος που στις νύχτες της ζωής μου, τέτοια δεν θα υπάρχει άλλη...
Να ιππεύω ατρόμητη την ατίθαση θάλασσα, να μαγεύω με το τραγούδι μου τον συννεφιασμένο ουρανό και με το φως μου...
Με το φως μου να καλώ όλο το σύμπαν και μαζί τον Θεό μου για να με ακούσει...
Να ακούσει το ανθρώπινο κλάμα μου με τον βαθύ τραγουδιστό λυγμό...
Και ν΄ακούσω στην ψυχή μου το παράπονό του για τούτον τον όμορφο κόσμο, τον άσχημο!


Αγγελική Ντελια


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Όταν σωπαίνεις (του Βασίλη Σπανού)



Όταν σωπαίνεις,
τα μαύρα ρούχα τους φορούν οι Σύριες μανάδες,
κοντά σου είναι οι ακτές που σπάει το κύμα
φερμένο απ' το νησί της Αφροδίτης
που' χουν χωρίσει το σώμα του στα δυό
οι μπότες οι βαριές που πάτησαν τα περιβόλια.
Όταν σωπαίνεις,
στη Γάζα απέναντι, στη φλούδα γης,
που έφτυσε απ' το στόμα του ο λύκος της Σιών,
παιδιά κρατούν στα χέρια τους αρχαία λιθάρια
γεμίζοντας με αίμα και καπνούς τα όνειρά τους.
Στην Υεμένη, στη Λιβερία, στη Γκάμπια και στο Μπουρουντί,
ο ήλιος στέκει ανήμπορος να τρέξει γάλα
απ' τα βυζιά των γυναικών
την ώρα που στην έρημο ασπρίζουν κόκκαλα
κι' όρνια πετάνε στις αυλές και στα φαράγγια.
Στις μακρινές Ινδίες κανένας Βούδας δεν μπορεί
να βρεi τις σούτρες της γιατρειάς στα βάσανα
των ρημαγμένων απ' την ένδεια και τις ρυτίδες,
τις χαραγμένες με θρησκευτική ευλάβεια
σκόνη και πόνο.
Όταν σωπαίνεις,
χτίζουνε μέλαθρα να φτάσουνε τα σύννεφα στην έρημο,
οι μελανοί αρχόντοι με τα χέρια τους βαθιά μπηγμένα
στα σωθικά της γης, εκεί που φώλιασε το μαύρο αίμα του πολέμου,
και ρεύματα Ανατολής και Δύσης σπρώχνουν στην Μεσόγειο.
Και στο Σαντιάγο, στο Καράκας,στη Μπογκοτά και στο Περού
στο Εκουαδόρ στην Βολιβία,
του Μπολιβάρ και του Γκεβάρα οι συγγενείς
μαζεύουν ψίχουλα ζωής
προσμένοντας ένα καινούργια μανιφέστο,
πωλούν την σάρκα τους φτηνά και τις φωνές τους,
στις αγορές και στους αχόρταγους τους γύπες.
Όταν σωπαίνεις,
στα Βαλκάνια ηφαίστεια ετοιμάζονται να εκραγούν
κάτω απ' τη βαριά σκιά του Σκάδρου
και ο Βαρδάρης κατεβαίνει σαν ξυράφι
έτοιμος να σκίσει φλέβες αδελφών
ανοίγοντας νέα ποτάμια συμφοράς με το δρεπάνι του Αίμου.
Όταν σωπαίνεις,
θρηνούν τα κύματα του Αιγαίου,
καρφώνονται μαχαίρια
στον Όλυμπο, στον Παρνασσό στην Ίδη,
μένουνε έρμες οι βουλές σου σε τοίχους με δόκανα και ξόρκια,
-δεν το ξορκίζεις το κακό με την ελπίδα,
ούτε ξυπόλυτος
χωρίς τα αρχαία σου σανδάλια δοκείς πως ξεμπερδεύεις-
τα δόκανα θα περπατούν στους δρόμους σου,
τα μάτια σου θαμπά θα βλέπουν είδωλα,
τ' αυτια σου θα ακούνε ωραία λόγια γλυκά σαν την απάτη
κι' οι κυβερνήτες σου ξόανα μαύρα στη σειρά
θα καίνε με επιμέλεια τις αυλές σου.


Βασίλης Σπανός



Άτιτλο (της Βάγιας Μπαλή)

Κοίταξε με, φόρεσα  μάτια γεμάτα προσμονή και αγναντεύω από το παραθύρι. Τσακίζω τα δάχτυλα, και ματώνω τα χείλη, δες με, καρτερώ το βήμα. Χθες θυμάμαι, ξέπλεξα τα όνειρα από την κουρτίνα και τα τοποθέτησα σε σακούλες λευκές, να μη μου βρομίσουν. Κοίτα με και ας ντρέπεσαι, εδώ είμαι… χάιδεψα τα μισογκρεμισμένα σ’ αγαπώ και τα ζωήρεψα. Δεν τα ξανά έχτισα, μα και δεν τα κατεδάφισα. Έλα, κράτησα τη θέση σου κενή. Σήμερα το πρωί την ξεσκόνισα από δάκρυα και την έπλυνα με λαχτάρα. Κοίτα με, στέκω στο μεταίχμιο και η γη δονείται, η αγάπη μου δονείται και πίστεψε με δε θέλω να κατεδαφίσω την μισογκρεμισμένη μου ύπαρξη.

Βάγια Μπαλή