Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Τρίτη 13 Μαρτίου 2018
Για την πατρίδα (της Αναστασίας Κουτσούκου - Κλεάνθη)
Δαντέλες τ' ακρογιάλια σου ,πατρίδα τέτοια ομορφάδα μακριά σου δεν την είδα, λούζει ο ήλιος τους μώλους τα καράβια κι η αύρα απλόχερα σκορπάει χάδια. Μαγεύει η όψη σου στο κοραλένιο δείλι να σε θαυμάσω θα 'τρεχα,πιότερο από' να μίλι. Φαντάζουν στον ορίζοντα χρυσοντυμένες κόρες κάλλιο σ'αυτή την αμμουδιά,να μη περνούν οι ώρες. Τραβάει τούτη η στεριά,σαν κλέφτρα μες το κύμα, τραβά μαζί της πράσινο και βελουδένιο ντύμα. Πουλιά κοσμούνε σπάταλα,την ονειρένια όψη, ας ήταν τούτη η βραδιά,να μην τελειώσει απόψε.
Αναστασία Κουτσούκου -Κλεάνθη
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018
Φοβαμαι (της Ελένης Ταϊφυριανού)
Φοβάμαι
Τις ώρες που γυρνούν
αμίλητες στους λεπτοδείχτες...
Τις μέρες που βουλιάζουν
ασάλευτες στη σιωπή...
Τους μήνες που ολόιδια
μοιάζουν απουσία...
Και τα χρόνια που αμείλιχτα
χιονίζουν στην καρδιά μου...
Φοβάμαι...
Τις ιδέες που ξεθωριάζουν
στο ράφι της λήθης...
Τα όνειρα που σκουριάζουν
στο συρτάρι του μυαλού...
Της φαντασίας τα ταξίδια
που ναυάγησαν ένα - ένα...
Και 'κείνες τις αγάπες
που έσβησαν πριν καν ανθίσουν...
Φοβάμαι...
Εσένα που με ψάχνεις
να με βρεις στις σκιές...
Εμένα που ξεχάστηκα
να χαζεύω ένα αστέρι...
Εμάς που μας κοίμησε
νανουρίζοντας η πλήξη...
Και τα χρόνια που αμείλιχτα
χιονίζουν στην καρδιά μου...
Τις ώρες που γυρνούν
αμίλητες στους λεπτοδείχτες...
Τις μέρες που βουλιάζουν
ασάλευτες στη σιωπή...
Τους μήνες που ολόιδια
μοιάζουν απουσία...
Και τα χρόνια που αμείλιχτα
χιονίζουν στην καρδιά μου...
Φοβάμαι...
Τις ιδέες που ξεθωριάζουν
στο ράφι της λήθης...
Τα όνειρα που σκουριάζουν
στο συρτάρι του μυαλού...
Της φαντασίας τα ταξίδια
που ναυάγησαν ένα - ένα...
Και 'κείνες τις αγάπες
που έσβησαν πριν καν ανθίσουν...
Φοβάμαι...
Εσένα που με ψάχνεις
να με βρεις στις σκιές...
Εμένα που ξεχάστηκα
να χαζεύω ένα αστέρι...
Εμάς που μας κοίμησε
νανουρίζοντας η πλήξη...
Και τα χρόνια που αμείλιχτα
χιονίζουν στην καρδιά μου...
Άργησες (της Σοφίας Τανακίδου)
Δεν είχα ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή για να μπεις,
επίτηδες την άνοιξα.
Και την καρδιά μου το ίδιο. Προσπέρασες... Σε άλλες πόρτες κλειστές χτύπησες, δε σου άνοιξαν. Σε άλλες καρδιές κλειδιά έψαξες, δε βρήκες. Και ξαναγύρισες πίσω... Να με βρεις... Με αυτή την τρελή ελπίδα στο μυαλό σου.. Όλα ανοιχτά στο πέρασμά σου Μπήκες.."ήρθα" φώναξες... Μα δε σου απάντησε κανείς!!! Άργησες!!!!!
Σοφία Τανακιδου
επίτηδες την άνοιξα.
Και την καρδιά μου το ίδιο. Προσπέρασες... Σε άλλες πόρτες κλειστές χτύπησες, δε σου άνοιξαν. Σε άλλες καρδιές κλειδιά έψαξες, δε βρήκες. Και ξαναγύρισες πίσω... Να με βρεις... Με αυτή την τρελή ελπίδα στο μυαλό σου.. Όλα ανοιχτά στο πέρασμά σου Μπήκες.."ήρθα" φώναξες... Μα δε σου απάντησε κανείς!!! Άργησες!!!!!
Σοφία Τανακιδου
Ανθός (της Μαρίας Μηνά)
Έκρυψε λίγο κόκκινο
η μυγδαλιά
στην καρδιά της.
Την νύχτα φώτισε ο ανθός!
Κι η Άνοιξη βιαζόταν νάρθει
να μαλακώσει τις καρδιές,
κατά πως ήξερε αυτή μονάχα.
Πέταλα σκόρπισε ο άνεμος
στο διάβα της.
Αρώματα κόβαν ανάσες.
Κι η καρδιά φούσκωνε
για όσα της έκλεψαν.
Η μυγδαλιά τη νύχτα
δεν φοβόταν....
Αφουγκραζόταν μονάχα
τα πουλιά....
η μυγδαλιά
στην καρδιά της.
Την νύχτα φώτισε ο ανθός!
Κι η Άνοιξη βιαζόταν νάρθει
να μαλακώσει τις καρδιές,
κατά πως ήξερε αυτή μονάχα.
Πέταλα σκόρπισε ο άνεμος
στο διάβα της.
Αρώματα κόβαν ανάσες.
Κι η καρδιά φούσκωνε
για όσα της έκλεψαν.
Η μυγδαλιά τη νύχτα
δεν φοβόταν....
Αφουγκραζόταν μονάχα
τα πουλιά....
το τρένο (του Σπήλιου Παναγιωτόπουλου)
Στις άδειες ράγες προχωρώ με βήμα κουρασμένο
δεν βλέπω ούτε το σταθμό, ούτε περνάει τρένο
Ρωτάω τους περαστικούς, σηκώνουνε τους ώμους
Τη διαδρομή βαρέθηκα και τους σιδηροδρόμους.
.
Ρωτάω τους περαστικούς μην είδανε το τρένο
δεν ξέρω πια για πού τραβώ, δεν ξέρω που πηγαίνω
ρωτάω μα δεν απαντούν, ούτε που σταματάνε
να τους προφτάσω προσπαθώ, μα κείνοι μου το σκάνε.
.
Μόν΄ ένας γέρος σταματά, τσιγάρο μου ζητάει
καθώς του άναψα φωτιά στα μάτια με κοιτάει
μου αποκρίνεται δειλά με ύφος πικραμένο
σταθμό άμα δεν έφτιαξες, τι αναμένεις τρένο?
δεν βλέπω ούτε το σταθμό, ούτε περνάει τρένο
Ρωτάω τους περαστικούς, σηκώνουνε τους ώμους
Τη διαδρομή βαρέθηκα και τους σιδηροδρόμους.
.
Ρωτάω τους περαστικούς μην είδανε το τρένο
δεν ξέρω πια για πού τραβώ, δεν ξέρω που πηγαίνω
ρωτάω μα δεν απαντούν, ούτε που σταματάνε
να τους προφτάσω προσπαθώ, μα κείνοι μου το σκάνε.
.
Μόν΄ ένας γέρος σταματά, τσιγάρο μου ζητάει
καθώς του άναψα φωτιά στα μάτια με κοιτάει
μου αποκρίνεται δειλά με ύφος πικραμένο
σταθμό άμα δεν έφτιαξες, τι αναμένεις τρένο?
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



