Δεν έχω την ικανότητα να ομορφαίνω τα πράγματα, αντίθετα...
Κάθε σκιά, ξέρω να την κάνω σκοτάδι...
Κάθε πληγή, την κάνω πόλεμο...
Κάθε πόνο, να τον κάνω σταύρωση...
Κάθε δάκρυ, το κάνω τρικυμία...
Κάθε αβεβαιότητα, να την κάνω καημό...
Κάθε σιωπή, την κάνω τάφο...
Κάθε αδικία, να την κάνω χρώμα λευκό...
Κάθε απάρνηση, την κάνω αιώρηση στον καιρό...
Και κάθε λέξη απροστάτευτη, την κάνω κι από έναν θάνατο!
Αγγέλα Ντελια
Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020
Αφηστε με να βγω (της Εύας Λόλιου)
Πώς μπήκα σ' αυτόν τον κόσμο; Ποιος μ' έβαλε; Ζω χρόνια τώρα σε μια σωρό κοπριά, γεμάτος ψείρες. Κρύβομαι απ' τα άλλα σκυλιά, βλέπεις έχουμε πόλεμο, ανάμεσα στα αδέσποτα και τους ανθρώπους με τα λουριά στα χέρια.
Κάποιος μου κρύβει τον ήλιο επίτηδες.
Τα κτίρια είναι πολύ ψηλά, επίτηδες..
Αφήστε με να βγω!
Ψάχνω απεγνωσμένα τις νύχτες να βρω τον θεό, να του πω το παράπονό μου.Έστω έναν άνθρωπο με μπόλικη καρδιά να μ' ακούσει. Μα κάθε που συναντώ κάποιον και του μιλώ, το βάζει στα πόδια ή μου πετάει πέτρες.
Τα φώτα με τυφλώνουν, μ' αρρωσταίνουν καθώς τρέχουν στους δρόμους. Χωροφύλακες είναι, σέρνουν πίσω τους μεγάλα κλουβιά. Κλείνω τα μάτια να μη με βρουν στο σκοτάδι.
Δε συμφωνώ με τον πόλεμο, αγάπη ζητώ.
Μα εκείνος που με έβαλε, μ' άφησε ορφανό χωρίς να με δώσει σ' ένα από τούτα τα όμορφα σπίτια, με τις χαρούμενες ουρές και τα κατεβασμένα αυτιά στις αυλές. Δε ζηλεύω, χαίρομαι που υπάρχει θεός κι άνθρωπος για εκείνα. Τον δικό μου ψάχνω χρόνια τώρα, μα κάποιος μου έκρυψε το φεγγάρι, επίτηδες..
Από που ξεκινούν οι αναμνήσεις μου;
Θυμάμαι μια υγρή γλώσσα που έγλυφε την μουσούδα μου, μια παγωμένη μύτη να μ' οσμίζεται και δυνατά δόντια να με αρπάζουν απ' το λαιμό, χωρίς να πονώ. Να περάσουμε την λεωφόρο, φτάνοντας εκεί που ζούνε άνθρωποι σε σκηνές, με τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια και την μυρωδιά του ωμού κρέατος στον αέρα.
Έπειτα θυμάμαι μια μεγάλη χούφτα που μ' έπιασε με ορμή και έτρεχε, έτρεχε, αφήνοντας πίσω την γλώσσα ματωμένη στην άσφαλτο. Ξύπνησα σε μια βρώμικη γη, χωρίς στοργή.
Ψάχνω να την βρω χρόνια τώρα στον ίδιο δρόμο αλλά και σε άλλους πιο μακρινούς. Μα μάταια...
Να ρωτήσω την χούφτα γιατί με άφησε σε αυτόν τον κόσμο;
Ποιος θεός την έβαλε να με σώσει;
Σήμερα είναι μια νύχτα χωρίς σκοτάδι.
Δε κλείνω τα μάτια μου.
Μήπως κ. χωροφύλακα έχετε μπόλικη καρδιά;
Μήπως είστε εσείς ο άνθρωπος ή ο θεός που χρόνια γυρεύω;
Και νόμιζα πως θα έβρεχαν τα μάτια σας σήμερα τόσο δα ήλιο, να τελειώσει ο πόλεμος..
Αφήστε με να βγω!
Εύα Λόλιου
Κάποιος μου κρύβει τον ήλιο επίτηδες.
Τα κτίρια είναι πολύ ψηλά, επίτηδες..
Αφήστε με να βγω!
Ψάχνω απεγνωσμένα τις νύχτες να βρω τον θεό, να του πω το παράπονό μου.Έστω έναν άνθρωπο με μπόλικη καρδιά να μ' ακούσει. Μα κάθε που συναντώ κάποιον και του μιλώ, το βάζει στα πόδια ή μου πετάει πέτρες.
Τα φώτα με τυφλώνουν, μ' αρρωσταίνουν καθώς τρέχουν στους δρόμους. Χωροφύλακες είναι, σέρνουν πίσω τους μεγάλα κλουβιά. Κλείνω τα μάτια να μη με βρουν στο σκοτάδι.
Δε συμφωνώ με τον πόλεμο, αγάπη ζητώ.
Μα εκείνος που με έβαλε, μ' άφησε ορφανό χωρίς να με δώσει σ' ένα από τούτα τα όμορφα σπίτια, με τις χαρούμενες ουρές και τα κατεβασμένα αυτιά στις αυλές. Δε ζηλεύω, χαίρομαι που υπάρχει θεός κι άνθρωπος για εκείνα. Τον δικό μου ψάχνω χρόνια τώρα, μα κάποιος μου έκρυψε το φεγγάρι, επίτηδες..
Από που ξεκινούν οι αναμνήσεις μου;
Θυμάμαι μια υγρή γλώσσα που έγλυφε την μουσούδα μου, μια παγωμένη μύτη να μ' οσμίζεται και δυνατά δόντια να με αρπάζουν απ' το λαιμό, χωρίς να πονώ. Να περάσουμε την λεωφόρο, φτάνοντας εκεί που ζούνε άνθρωποι σε σκηνές, με τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια και την μυρωδιά του ωμού κρέατος στον αέρα.
Έπειτα θυμάμαι μια μεγάλη χούφτα που μ' έπιασε με ορμή και έτρεχε, έτρεχε, αφήνοντας πίσω την γλώσσα ματωμένη στην άσφαλτο. Ξύπνησα σε μια βρώμικη γη, χωρίς στοργή.
Ψάχνω να την βρω χρόνια τώρα στον ίδιο δρόμο αλλά και σε άλλους πιο μακρινούς. Μα μάταια...
Να ρωτήσω την χούφτα γιατί με άφησε σε αυτόν τον κόσμο;
Ποιος θεός την έβαλε να με σώσει;
Σήμερα είναι μια νύχτα χωρίς σκοτάδι.
Δε κλείνω τα μάτια μου.
Μήπως κ. χωροφύλακα έχετε μπόλικη καρδιά;
Μήπως είστε εσείς ο άνθρωπος ή ο θεός που χρόνια γυρεύω;
Και νόμιζα πως θα έβρεχαν τα μάτια σας σήμερα τόσο δα ήλιο, να τελειώσει ο πόλεμος..
Αφήστε με να βγω!
Εύα Λόλιου
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020
Συνάντηση (του Πάτροκλου Σεφεριάδη)
Συναντώ τον έρωτα κάτω από τα μέτρα μιας ποίησης,
προβάλω έμμεσα την αγάπη,
δικαιολογία ικανοποίησης αχόρταγου κορμιού,
ο ίδιος σατυρος ξεφεύγω από τα μάτια του κόσμου
έχω κρυφή χαρά, μιλώ με πάθος αυτοσχεδιαζω λέξεις,
ηδονές απλόχερα μοιράζω,
τα βραδιά γίνονται ιδανικά,
οι ψυχές πείθονται,
φτάνει λίγο καλοσύνη,
καταλαβαίνω το ρυθμό της σκέψης,
προλαβαίνω κάθε επιθυμία,
στην παγίδα απώτερος στόχος,
θύματα γυρεύω.
Αναρωτιέμαι πως μπορώ,
τη μέγιστη τέχνη να εξευτελιζω,
έναν τυχαίο οργασμό,
κανείς δεν καταλαβαίνει,
έχει την προσοχή του,
η νύχτα
ένα κουβάρι,
ξετυλίγει μοναξιά.
Με έμμεσο συμφέρον,
ζητώ ικανοποίηση κορμιού,
δεν σταματώ τον κατήφορο,
άλλωστε τη μάσκα κάθε μέρα
αλλάζω,
τα βραδιά γεμάτα υπάρξεις,
παρηγορεί ο τόνος της φωνής.
Πάτροκλος Σεφεριάδης
Λέξεις από τη συλλογή
Τόλμα αν μπορείς
Η κλεψύδρα της ψυχής μου (της Σοφίας Σταθαρου)
Νιώθω τον χρόνο να περνάει, και εγώ μέσα του να χάνομαι.! Εγκλωβισμένη μέσα σε μια κλεψύδρα να ψάχνω τρόπο να αντιδράσω, να βγω, να δραπέτευσω..!!
Ο χρόνος μου τελειώνει και εγώ μαζί του νιωθω να καταστρεφομαι..!
Κάθε κοκκος άμμου που ξεγλυστραει είναι ένα μικρό κύτταρο του κορμιού μου, της ψυχής μου και της σάρκας μου..!
Χάνομαι μέρα με την μέρα, στην δική μου δίνη, στην δική μου λήθη, στον δικό μου λαβύρινθο..!
Σκέψεις και φόβοι, μια ζωή χαμένη μια ζωή μισή..!! Φεύγει ο χρόνος, τελειώνει η νύχτα και εγώ κενή, να προσπαθώ να συμφιλιωθώ με το παρόν μου..!
Ενα παρόν αβέβαιο, ένα παρελθόν σκοτεινό και το μέλλον μου λευκό. Δεν ξέρω, τι να σκεφτώ, δεν ξέρω αν θα νιώσω..!!
Ταξιδεύω μέσα σε χρόνους, σε πολιτείες και σε χωρες..!! Ανοίγω τα μάτια και είμαι ακόμη εκεί. Μέσα στην κλεψύδρα μου, να χάνομαι, κομμάτι κομματι, σάρκα και ψυχή..!!
Σοφία Σταθαρου
Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Ας ολοκληρώσουμε (του Βασίλη Σπανού)
Των ωρών μου το κατάμονον τέρας
ενηλικιώθη αποτόμως εψές βράδυ
βρίζοντας τα σπερματοδοχεία του σύμπαντος.
Πότε θ' αρπάξουν τα χερούλια της ανομβρίας
οι έναστροι αυτοκράτορες
που αιώνες τώρα πλαγιάζουν αμέριμνοι διερωτήθη.
Πότε θα φθάσουν επιτέλους στην ολοκλήρωση;
Τόση γονιμοποίηση περιμένει εδώ σε τούτον τον πλανήτη
μίαν μονάχα κίνηση
την κίνηση την Ηρακλείτια των αντιθέτων.
Παραπέρα δεν πάει, ο θάνατος είναι ολούθε τριγύρω
βιάζει και ασελγεί αδίκαστος ανερυθρίαστος σάτυρος
εκείνα που ώφειλαν
να προστατεύσουν οι κραταιοί οφθαλμολάγνοι.
Τα κράτη άλλα ρημάδια, κι' άλλα παμφάγα όρνεα,
εκτροχιασμένα τραίνα τα μεν κι' εργαστήρια ολέθρου τ' άλλα
μετρούν πτώματα η πωλούν πολέμους και φτώχεια.
Πόσον ανήλικα είναι τα βήματά μας ακόμη
παρότι ενηλικιώθηκαν οι βιβλιοθήκες κι' οι μέρες μας
από ποιήματα, ιστορία και φιλοσοφικά εγχειρίδια.
Τις ευθύνες παραπέμπουμε στους θεούς και στην μοίρα μας
αμφισβητούντες χασκογελώντας
πότε την λογική και πότε το συναίσθημα.
Είναι καιρός να ηχήσουν οι κώδωνες και οι σάλπιγγες
και οι συστοιχίες του εδώ και μη παρέκει
με οβίδες από πράξεις
να διαρρήξουν τον υμένα του μέλλοντος.
Βασίλης Σπανός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




