Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

ΕΤΣΙ Η ΑΡΕΤΗ ΑΝΘΙΖΕ (του Θωμά Θύμιου)



Στα άγουρα παιδικά μου, με μάλωσε o πατέρας.

Το ροζ πρόσωπό, γέμισε κόκκινες παπαρούνες.

Δε μιλούσα, σαν πουλί στα ματιά τον κοιτούσα.

Στο καυτό μάγουλο, κύλησαν ρυάκια τα δάκρυα.


Πόνεσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά. Άναψε τσιγάρο.

Έτρεξα στο περιβόλι, εκεί η μάνα, κάθισα στη χλόη.

Αμήχανα με ένα κλαδάκι έσκαψα ένα μικρό χαντάκι,

σαν να έθαβα τον θυμό και τα δικά μου ανόητα λάθη.


Θυμάμαι στο σχολείο σκληρά με μάλωσε ο δάσκαλος,

στην έκθεση έγραψα: «Είμαστε φτωχοί, η χαρά μας λείπει.

Στο λουλουδένιο χαμόγελο της μάνας μου κρύβεται καημός.

Πλέει στο νερόγαλο το πίτουρο της μπομπότας, με πνίγει…»


Μου έσκισε την σελίδα, πολύ πόνεσα, δεν δάκρυσα.

Δεν πήγα πια στη φωλιά, στο περιβόλι, για νέο χαντάκι,

να σκεπάσω την αλήθεια, στη μάνα μου την Αγιά το είπα.

Ο πατέρας χαμογέλασε, με φίλησε. Ζυμώθηκε η αρετή.


Παιδί μου είσαι μικρός να καταλάβεις αυτό το σύστημα.

Έτρεχα κυνηγώντας να πιάσω μια πυγολαμπίδα. Όνειρα .

Απόψε το φεγγάρι στα μάτια μου, ράντιζε αστέρια.


Θωμάς Θύμιος

Και γινόμουν ένα με Σένα (της Θέμις Ταταρη Μπιλληρη)



Στο ξωκλήσι της ερημοτοπιάς

Το αγκαλιασμένο στων κυπαρισσιών

«τα Κύριε ελέησον»

Και μπροστά σ’ ένα κεράκι που τρεμόσβηνε

Στην ξεθωριασμένη μορφή ενός ξεχασμένου άγιου

Γονάτισα

Και με μια χούφτα ταπεινά κυκλάμινα

-καθ’ ένα και μια μετάνοια-

Προσευχήθηκα


Και καθώς Σ’ ένοιωθα ψηλά,

μ’ ανέβαζες ως τα’ άστρα

Και καθώς Σ’ ένοιωθα δίπλα μου

Διαπερνούσες λειτουργικά εντός μου

Και γινόμουν ένα

Με Σένα…


Θέμις Ταταρη Μπιλληρη

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ (της Αναστασίας Πελεκάνου)

 



Απόψε είπα να πνίξω τα όρια.

Να μην πειθαρχήσω το κορμί

ούτε το νου.

Να βγω απο την καταραμένη ασφάλεια

που με καθηλώνει στον τρύπιο δισταγμό,

της άμοιρης μνήμης

και της αόρατης καταδίκης.

Θα κλείσω τη συνήθεια,

στον τραπεζικό μου λογαριασμό

και θα βγάλω πάνω στο τραπέζι

όλα τα ελαττώματα μου.

θα κόψω το καλώδιο του τηλεφώνου

κανείς να μη με γυρέψει.

Οι γνώμες κάηκαν,

απο την ατελείωτη χρήση.

Τη θλίψη και τις ενοχές θα βράσω,

κάνοντας τα κατακάθια κερί

σε καλούπι πεταλούδας ξύλινο.

Ξόρκι, θα το ονομάσω

να με βρουν σκιές στην φωτιά

που θα παραλύουν τις αισθήσεις μου.

Δεν με δίδαξαν βλέπετε

μόνη μου να ζω,

παρά να έχω βότσαλα στις τσέπες 

και να τα πετάω στις θάλασσες του κόσμου,

με ανίατη τρυφερότητα.


Αναστασία Πελεκανου

Άτιτλο (της Κατερίνας Σκιντζη Χαδουλου)



 Σκόρπιες  ψυχές

που σκορπίζουν

την ψυχή τους.

Υπάρχουν κάποιοι

που αντί να αγαπούν

βαθιά  ανθρώπινα,

απλά πληγώνουν

με ελαφρότητα...

Αντί να ζουν

την κάθε στιγμή

στο έπακρο της ψυχής,

απλά επιζούν

στου μέλλοντος

την  καθυποταγή...

Αντί να μεταγγίζουν

του φωτός τους τη ροή

στον άνθρωπο τους,

τον μετατρέπουν

σε σκοτεινό του πόθου

αζήτητο τους...

Υπάρχουν κάποιοι

που επουλώνουν

τις βαθιές πληγές τους,

απλά πυροβολώντας

την αγάπη που θέλει

να τους  θεραπεύσει...

Έτσι

η χαρούμενη βροχή

έγινε κατάφορη  καταιγίδα

και ο ερωτικός χορός

απάνθρωπο σφαγείο...


Κατερίνα Σκιντζη Χαδουλου

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Στου απολογισμού την ώρα (της Βίβιαν Παπαϊωάννου Ασπροπουλου)



φορτίο στους ώμους ανάλαφρο και βαρύ ο χρόνος,

ξαποσταίνεις στον κάβο της συλλογής θαρρώ,  

ο νους ταξιδιάρης...

 αγναντεύει ταξίδια και λιμάνια της ζωής, 

στης πάχνης το πέπλο φιγούρες,

στου ουράνιου τόξου δικαίωσης στιγμές,

μετράει τα "λάφυρα" του ...

δεν είναι του Μολιέρου ο φιλάργυρος...

είναι η δίψα της ψυχής...

είναι εκείνος ο απολογισμός... θαρρώ  η σήτα για το κληροδότημα του...

Μετράει και την νοθεία του "χρυσού"...

τον χρόνο θα ήθελε πίσω να γυρίσει, 

 μην ξανά ποτέ να γελαστεί...

τα αμπάρια της ψυχής του, να κουβαλούν ατόφιο χρυσάφι αγάπης χωρίς δόλο ποθεί, όμως...

 κι όμως νερό βροχής η θέληση,

ηλιάτορας η φορεσιά τη νύφης  που την λένε ελπίδα,

ακόμη και από τη ρωγμή της αδιεξόδου ...

μπορεί, ναι μπορεί να ανθίσει η αλήθεια,

μην σκιάζεσαι την “Δύση”σου, 

ακάματη εργάτρια η Ανατολή σου,

όσο τα μάτια σου τις χρυσαχτίδες της θωρούν...

άδεια αμπάρια καρτερούν με πεθυμιές σου να γεμίσουν! 


Βίβιαν Παπαϊωάννου Ασπροπουλου