Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020

Ενδοσκόπηση (του Γιώργου Τσιβελεκου)



Θεέ μου,

Είμαι τόσο μικρός 

Όσο ένα τόσο δα μυρμηγκάκι,

Όσο η υποδιαίρεση της υποδιαίρεσης 

Κι ακόμα μικρότερος,

Όμως τα βράδια 

Όταν Σου απευθύνω το λόγο

Και την ταπεινή μου σκέψη,

Νιώθω πως είμαστε μόνο εμείς 

Στον κόσμο όλο,

Όχι από εγωισμό,

Μα γιατί Σε νιώθω πράγματι δίπλα μου

Και γίνομαι μάρτυρας του μεγαλείου Σου,

Του θαύματος να ζω κάθε μέρα και στιγμή...


Γιώργος Τσιβελεκος

ΠΕΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΩΝΕ (της Λίτσας Μοσκιου)



Όλα εκείνα 

που γράφτηκαν κατά καιρούς...

για την αβάσταχτη μοναξιά

της ψυχής 

για τους αμέτρητους θανάτους 

από έρωτα των ανθρώπων 

για εκείνες τις γυναίκες  

που κάηκαν σε φωτιές καρτερικότητας 

και εγκράτειας 

στερημένες από ηδονή 

όλα εκείνα που έμοιαζαν ξένα

υπερβολικά κι αναληθή 

στίχοι εντυπωσιασμού 

υπερφίαλων ποιητών...

πόσο δικά μας ήταν αλήθεια...

πόσο πεινούν και μας τρώνε...


Λίτσα Μοσκιου



ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ (της Ειρήνης Γερονταρα)

 



Κάθε μέρα το ίδιο σκοτάδι αναμόχλευε 

Φορούσε το λευκό και βυσσινί πουκάμισο και το καλό το τζιν το πανταλόνι

κρεμούσε το τσιγάρο απ' το στόμα κι έμπαινε στ΄αμάξι

ίδιος με χτες. 

Σταματούσε για καφέ στου "Γρηγόρη":

φρέντο εσπρέσσο γλυκό,

ήξερε η πωλήτρια τον είχε έτοιμο.

Και τα Σάββατα κοιμόταν γλυκά στην αγκαλιά της

κι ονειρευόταν τότε που ήταν παιδί και έκοβε νεράντζια 

και τα πέταγε στους δρόμους τους κατηφορικούς να τα κοιτά να κυλάνε.

Κι όλο ερχόταν οι Δευτέρες και να ξυπνήσει δεν ήθελε.

Φορές της μιλούσε γλυκά με ερωτόλογα

Άλλες πάλι θύμωνε και την απόδιωχνε.

Κάθε μέρα το ίδιο σκοτάδι

Ίδιος με χτες.

Να προσμένει τα Σάββατα

Χωρίς εκείνην μοιάζαν Δευτέρες.


Ειρήνη Γερονταρα



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Ρωτάς που είμαι; (της Ευδοξίας Γουργιώτη)



 Ρωτάς πού είμαι;

Μα εκεί που με άφησες!

Και ας έχω χαθεί πια, 

σε έναν άλλον κόσμο, πιο άγριο. 

Πάντα όμως είμαι εδώ. 

 

Θα με βλέπεις.

Όπου και να βρίσκεσαι. 

Θα είμαι συνέχεια μπροστά σου. 

Δίπλα σου. Γύρω σου. 

Θα σου χαμογελώ. 

 

Τι και αν δε μιλάμε; 

Σε όποιο σώμα και να

δίνεις το κορμί σου, 

το όνομά μου θα ψιθυρίζεις. 

 

Κι εγώ πάλι θα εμφανίζομαι 

μπροστά σου. 

Δίχως λογική, θα με βλέπεις

να ξεπροβάλλω εκεί ανάμεσα 

στις αργές ανάσες σας. 

 

Ξέρεις γιατί; 

Επειδή εσύ με καλείς συνεχώς. 

 

Άραγε, τι άχρωμες αγκαλιές 

σου δώσανε και δεν μπόρεσες 

να με βγάλεις από μέσα σου;


ΑΜΑΡΤΙΑ (του Μανώλη Αλυγιζακη)





Ασύστολος κλέφτης
το νου μου που ταξιδεύει
σ΄ερωτικό ταξίδι,
η θηλή σου,
που να πηδήξει προσπαθεί
πάνω απ’ το στηθόδεσμό σου
κι εσύ μπρος στον καθρέφτη
με δίχως φούστα στέκεις
τη γραμμή των ματιών σου
να τονίσεις
ορθή παρθένα σκέψη
του παραδείσου μου φωτιά

που με λαχτάρα περισσή
να τραγουδήσω πεθυμώ


Μανώλης Αλυγιζακης



 από τη συλλογή ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2015