Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Χάθηκα στον σταθμό της αγάπης! (της Σωτηρουλας Τζιαμπουρη)

 


Σ' ένα άδειο ποτήρι 
εριξα δύο σταγόνες μοναξιά. 
Ποτισα τις μνήμες μου.
Βουβές πληγές της ψυχής μου.
Τσαλακωσα την ψυχή μου.
Δανεική ψυχή, κρυμμένη στα ναυάγια μου.
Κρεμασμένη στην ταράτσα της απουσίας. 
Ήπια τις αναπνοές μου.
Μεθυσμενες αναπνοές. 
Ουλές στη ψυχή. 
Δεν θα ρθω απόψε. 
Πουλήσαμε τις ψυχές μας στον σταθμό της αγάπης.
Άραγε οι ψυχές έχουν ημερομηνία λήξεως;;;


Σωτηρουλα Τζιαμπουρη

Κάθαρση...(της Μαρίας Κουτούση)

 



Σαν το παιδί που βγαίνει στην αυλή
μετά την καταιγίδα
και βλέπει μακριά τους κεραυνούς
με δέος και κρυφή χαρά,
που πέρασε η μπόρα
κι έφυγε ο φόβος του μακριά...
Έτσι κοιτάς τις θύελλες,
που μέσα στροβιλίστηκε
και μούσκεψε η ζωή σου...
Με μυστική ανακούφιση,
που οι κεραυνοί ξεμάκρυναν
κι απ' τη φωτιά τους σώθηκες.
Σαν το παιδί που λούφαξε
σε μητρική αγκαλιά
απ' το κυνήγι του κακού σωσμένο...
Έτσι κοιτάς τους φόβους 
τους παλιούς, που ξόρκισες...
Μ' ανομολόγητη χαρά
για της Πυθίας τους χρησμούς,
που αληθινοί δεν βγήκαν...


Μαρία Κουτούση

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

ΠΡΟΣΜΟΝΗ! (της Νέλλης Κουμεντακη)

 


Σούρουπο ανοιξιάτικο
κι αυτή η θυμησή σου, φτερούγισμα
έμοιαζε χελιδονιού χαμόγελο η φωνή σου!
Ήταν εκείνη η αίσθηση
σαν άγγιγμα ανεμώνας, τόσο
απαλό το χάδι της, σαν το φιλί σου
τ' ακριβό που το θυμάμαι ακόμα!
Σούρουπο ανοιξιάτικο
κι αυτή η νοσταλγία, λαχτάρα
είναι της ψυχής της σκέψης συνωμοσία!
 Μέθη είσαι της άνοιξης
του νού είσαι παρουσία, συνομιλούν
οι σκέψεις μας πάντα στην ίδια ευθεία!
Της άνοιξης είσαι όνειρο
του νού μου τρικυμία, νύχτας περιπλάνηση
κι αυτή η αγκαλιά σου απέραντη βραχονησίδα!
Σούρουπο ανοιξιάτικο
κι αυτή η μελαγχολία, παράπονο
είναι της ψυχής το γκρίζο  τ' ουρανού
κι η αδιάκοπη προσμονή κι επιθυμία!


Νέλλη Κουμεντακη

Ήμουνα τόσο αρκετός (του Λευτέρη Ελευθερίου)

 



Ήμουν ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο
από έργα τέχνης αλλά είχες τα μάτια σου κλειστά.
Ήμουν μουσική, μπαλάντα ερωτική
αλλά είχες τα αυτιά σου ερμητικά κλειστά.
Λευκός καμβάς ήταν το σώμα μου–
 η ψυχή μου, που εκλιπαρούσε για τέχνη.
Αλλά ήταν η παλέτα σου λειψή, με λίγα χρώματα μουντά.
Ημουν της Άνοιξης τα χρώματα,
που την ψυχή σου έραιναν και
η καρδιά μου στάλαζε -μες στην καρδιά σου- ανθόνερο, βάλσαμο γλυκό...
Φύλακας Άγγελος, προστάτης στοργικός. Φρουρός κραταιός.
Αλλά το εγώ, δεν ενσωματώθηκε ποτέ στο εμείς...
Εμεινε σαν ίσκιος να κρύβει την αυγή της ευτυχίας.
Το απόλυτο δόσιμο ήμουν.
Ημουνα τόσο αρκετός, που ήσουν ανίκανη να το αντέξεις.


Λευτέρης Ελευθερίου

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Στο σιδηροδρομικό σταθμό (της Έλενας Κορινιωτη)



Θα το ξανάκανα.
Πάλι στα βιαστικά θα επιβιβαζόμουν στο τρένο της γραμμής, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Θα τσαλάκωνα με τα δάχτυλα μου το χαρτάκι που θα αναγραφόταν τ' όνομα της πόλης σου.

Πάλι θα ξεθόλωνα με την παλάμη μου το τζάμι.
Κοιτάζοντας τα δέντρα που σαν αλαφιασμένα θα παρασύρονταν προς τα πίσω.
Ίσως με την ίδια μανία που θα έσπασα κι εγώ το κοντέρ του χρόνου.
Εντελώς αφύσικα θα έτρεχα προς τα πίσω.
Πίσω, πίσω κι άλλο πίσω.
Ίσα για ν' αγγίξω εκείνη τη θαμπή ανάμνηση της πρώτης μας συνάντησης.
Να σου συστηθώ ξανά.
Να μη σ' αφήσω να μου ξεγλιστρίσεις ξανά.

Πάλι, με δύο ακουστικά στ' αυτιά και με μια αγκαλιά μελωδίες θα ταξίδευα.
Πάλι θα σκάρωνα έναν εσωτερικό μονόλογο, προβάροντας τις λέξεις που θ' άφηνα να κυλίσουν απ' τα χείλη μου. 
Μαντεύοντας τις απαντήσεις σου, σίγουρα θα φαντασιονόμουν όσα θέλω να μου ψιθυρίσεις.
Ξανά και ξανά.
Πάλι για εκείνο το ρίγος, το σκαλωμένο στο κορμί.
Μέχρι το βαγόνι να σταματήσει στο τελικό προορισμό του.

Πάλι, τόσα χιλιόμετρα για σένα. 
Πάλι, να νιώθω τα λεπτά να κυλάνε μαρτυρικά αργά.
Πάλι, με την ίδια αθωότητα, να ξαναφάω τα μούτρα μου.
Μυαλό δεν έβαλα, γαμώτο.
Πάλι, αυτή την απερισκεψία θα προσθέσω στη λίστα των αγαπημένων μου.
Που θα τη βάζω σ' αυτόματη αναπαραγωγή, όταν θα ξεμένω από ζωή.
Να μου υπενθυμίζω πως κάποτε είχα τα κότσια να διεκδικήσω όσα μου κατακαίνε τη ψυχή.
Το αν άξιζαν, είναι ένα άλλο ζήτημα.

Πάλι, έτσι ένα βράδυ ανούσιο, σαν το αποψινό.
Τυλιγμένη μέσα στη φόδρα του παλτό σου να σου ψεύδομαι ασύστολα λέγοντας σου πως "Έχουμε τελειώσει".
Η φωτιά του αναπτήρα ν' ανάβει κι εσύ να μου τον τραβάς βίαια απ' το χέρι.
"Κόψ'το, σε καταστρέφει" να μουρμουρίζεις νευριασμένος.
Κι ύστερα να με φιλάς.
Λες και τα χείλη σου δεν έχουν ανάλογα ποσοστά επικινδυνότητας.
Λες και δεν είναι ικανά να με εξοντώσουν. 
Πάλι εσύ, μια τρέλα μεγάλη.
Μια αιώνια πάλη, για ένα διαολεμένο πάλι. 
Θα ερχόμουν ξανά. 
Και δεν θα έκοβα τίποτα στο μοντάζ.

Να με περιμένεις.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό.


Έλενα Κορινιωτη