Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Ασάφεια (της Ελευθερίας Θεοδώρου)


Απόμεινε το μισοχάραμα
να κοιτάει ένα μέλλον βαθύ
Και να μετράει
τους επουράνιους παλμούς
να ξεψυχούν
πάνω σε άτλαντες πλανήτες
πάνω σε νοτισμένα συναισθήματα
που κρέμονται
σε άστρα μουχλιασμένα
Και εσύ κουρνιάζεις φοβισμένος
στα ανοίγματα της μέρας
για να στεγνώσεις
τις βρεγμένες νοσταλγίες
Με έναν αχνό ανασασμό
διώχνεις της μοναξιάς την υγρασία
και στον ψυχρό σου πόνο
βάζεις ναφθαλίνη
Και εκεί μονολογείς με τη σιωπή σου
Και εκεί μακραίνεις τη θυσία
Για μιαν ανταύγεια ελπίδας
Για να στεγνώσεις το δικό σου άστρο
Σκληρή των αισθημάτων η ασάφεια
και οι παλμοί τους πάντα σε αρρυθμία
Εκεί που ξεψυχάς
μια σε ανασταίνουν
και μια σε σβήνουν

Ελευθερία Θεοδώρου

Αυτή η ασάφεια ζητάει πάντα η ψυχή να γευματίζει με τον πόνο και να παραμένει στην νηστική της ανεπάρκεια.. Πληρότητα συναισθημάτων πόσο σπάνια λέξη τελικά....


ΕΝΑΛΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (Γεράσιμος Μαρούλης)



Έκλεψα από τα χείλη το φιλί σου.
Λίγο πριν του δώσεις την πνοή.
Γεύση γιασεμιού, άρωμα ναρκίσσου.
Γίνηκαν οι ανάσες μας ζωή.

Άλειψα με λάδι το κορμί σου.
Ένιωσα στην πλάτη σου φτερά.
Χρυσάφι ατόφιο η μορφή σου.
Σε έσφηξα απάνω μου γερά.

Έκλεισα στο στήθος την πνοή σου.
Εκείνη την στερνή πριν εκραγείς.
Γαλήνια στο στέρνο μου κοιμήσου.
Άστρο πελιδνό της χαραυγής.

Έγινε η αγκαλιά μας φάρος.
Είναι ο έρωτας μας φως.
Τα φτερά γινήκαν γλάρος.
Τα φιλιά μας έγιναν αφρός.

Γεράσιμος Μαρούλης

Δύο μαζί (της Γιώτας Κλουτσούνη Παπαδάκη)



Δυό μαγιό και μιά αγάπη.
Κι ένας ήλιος αρχηγός.
Στου καλοκαιριού τη φλόγα.
Η καρδιά μου πλοηγός.

Δυό φιλιά και μία τρέλα.
Παρεό με χρώματα.
Και ο έρωτας ο αλήτης.
Να σκορπάει αρώματα.

Δυό μαζί αγκαλιασμένοι.
Να γελούν και να μιλούν.
Και τα βράδια στις ταράτσες.
Τα αστέρια να μετρούν.

Δύο πάντα σε μιά αγάπη.
Δίπλα δίπλα, μιά σκιά.
Δυό μαζί που κάνουν ένα.
Δύο σπίθες μιά φωτιά.

Δύο μάτια που δαμάζουν.
Της καρδιάς τα κύματα.
Αποφεύγοντας φουρτούνες.
Στης ψυχής τα σήμαντρα.

Γιώτα Κλουτσούνη Παπαδάκη


Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Άτιτλο (της Λουκίας Παπαδόπουλου)



Πάνε κι έρχονται τα τρένα
τόσα χρόνια στο σταθμό,
μπερδεμένος ο σταθμάρχης
ψάχνει νά΄βρει το συρμό.

Τον ρωτώ με αγωνία
σε ποια στάση να κατέβω
με κοιτάζει μ' απορία
 μου λέει ο,τι τον παιδεύω.

Ατελείωτοι οι κύκλοι
χάσαμε τον προορισμό,
με το γύρω γύρω γύρω
έπαθα ένα εθισμό.

Θολωμένος κι ο σταθμάρχης
ξέχασε το δρομολόγιο.
με πηγαίνει πάνω κάτω
βόλτες στην υδρόγειο.

Ει! κύριε θα μου πείτε
σε ποια στάση να κατέβω;
Το κεφάλι ζαλισμένο
δύση ανατολή μπερδεύω.

Ελεγκτής είμαι κυρία
το εισιτήριο να δω,
του το πεταξα στη μούρη
και πηδάω απ' το συρμό.

Άντε πνίξου ελεγκτή μου
που δεν είδες το γραμμένο
το δικό μου εισιτήριο
γράφει πάνω: πεπρωμένο...!


Λουκία Παπαδοπουλου


Μη ρίξεις χάρτινες βαρκούλες (του Περικλή Ρεϊζη)



Μη ρίξεις χάρτινες βαρκούλες
το πέλαγος, κρύβει οργή
περιπολούν στους δρόμους κέρδη
ποτέ δεν έφτασες εκεί...

Στην κόλαση αυτού του κόσμου
πρώτα θα φύγουν τα παιδιά
αθώο ψήφισαν το λύκο
άνθρωποι είναι τα  Θεριά...

Τώρα στις λέξεις, δώσε λόγο
να πουν αθώα, η ενοχή
σε χρόνων ψέματα, θα κτίσουν
θα πουν πως έφταιξες και συ...

Και ποια σοφία και ποια γνώση
θα φέρουνε, παρηγοριά
μην καταριέσαι τον αγέρα
και μην ξορκίζεις, τη φωτιά...

Το κέρδος ήταν, ο εχθρός σου
μα το κατάλαβες αργά
όσο τους δρόμους σου μικραίνεις
η Σωτηρία πιο μακριά...

Μη ρίξεις χάρτινες βαρκούλες
μια κούκλα κράτα παιδική
να σου θυμίζουνε τον φταίχτη
να σου θυμίζουν το ληστή

Στο Μάτι ρίξανε βαρκούλες
μαύρα πανιά, φορέσανε
πολιτικάντης τώρα ο Αιγέας {κέρδη εμπορεύεται ο Αιγέας}
το ίδιο κι ο άλλος που θα ρθει {φόβος για τ' αύριο που θα ρθει}

Κάποιοι σταυρώνουνε το μέλλον
το παρελθόν, να μη θιγεί
μια κούκλα έβαλα στο πλάι
να σου θυμίζει, πως δεν ΖΕΙ

Περικλής Ρεϊζης