Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Η ευχή της μάνας (της Γεωργίας Λαμπαρα Τριανταφύλλου)

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί.
Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο.
Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι.
Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν.
Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά.
Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω.
Παραπάτησε.
Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε.
Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.
Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα.
Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει.
Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν.
Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία.
Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα.
Χαμήλωσε τα βουρκωμενα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της.
"Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;" αναλογίστηκε.
Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο.
Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της...
Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε.
Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της.
"Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;" το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.
Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της.
"Το παιδί σου;"
"Το παιδί μου." είπε με ένα λυγμό γατζωμένο στα χείλη της.
"Η ευχή της μάνας σ' ακολουθεί και μετά θάνατον."
Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί.
Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της.
Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.
Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό;
Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα.
Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου.
Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι' αυτό.
Η μάνα δεν παύει να αγαπά.
Η μάνα δεν παύει να φροντίζει.
Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή.
Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.



Γεωργία Λαμπαρα Τριανταφύλλου



Υπό τους ήχους της βροχής (της Ελένης Ταϊφυριανού)



Στην πλάτη μου χτυπάει μια βροχή
χρόνια μονότονη χρόνια θλιμμένη,
κι η σκέψη μου και πάλι μεθυσμένη
από το κόκκινο κρασί
τρεκλίζει γύρω μου αλαφιασμένη.

Ξέχειλο το ποτήρι μου
το ήπια πάλι άσπρο πάτο,
μία τελευταία σταγόνα
στο χώμα σπονδή την αδειάζω
κι ύστερα το ποτήρι κομματιάζω...

Θεούς και δαίμονες
στον τοίχο στήνω
και με άσφαιρα γιατί
κάτω σωριάζω,
βαριά βλέφαρα τα κατεβάζω...

Της ζωής μου κομμένο το φρένο
κι άλλο δεν περιμένω τρένο
για μένα γυρισμό δεν έχει
κουράστηκε η καρδιά ν' αντέχει
να γείρει θέλει να κοιμηθεί
σαν σταματήσει η βροχή...

Ταϊφυριανού Ελένη

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Άτιτλο (της Λένας Βλαχοπούλου)

Έλεγα να βάλω
φραγή εισερχομένων
συναισθημάτων ...
να μην
δέχεται η ψυχή μου
άλλες
εντολές .
Αμφίδρομες
αισθήσεις να πάψουν...
Αχρονες ...εποχές και
επιρροές στιγμαιες με
τσάκιζαν ...
Τώρα που δεν
έχω άλλη επιλογή ο
χρόνος
έγινε εχθρός
και εγώ έχω
μια φορά να ζήσω.

Βλαχοπούλου Λένα

Φωνές (του Ντίνου Γλαρού)



Φωνές γνωστές, ανελέητες
που τον ύπνο χαλάτε
και την εγρήγορση κάνετε μαρτύριο.
Φωνές αγαπημένες από το πουθενά
είσαστε παντού
γίνεστε τα πάντα
για να σωπάσετε πάλι
όταν η συνείδηση αποκοιμηθεί.
Φωνές – σειρήνες
μαγεύετε το μυαλό
σέρνοντας το στην άπειρη λήθη
κάνοντας το να ακολουθεί
μόνο το δικό σας τραγούδι
με μια μέθη τόσο γλυκιά
που δεν μπορείς να αντισταθείς
δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Φωνές – λέξεις
ανεκτίμητες, ασήμαντες
τον κόσμο αλλάζετε
ή κρύβεστε βουβές
να μη σας ανακαλύψουν
και τους τρομάξετε.
Μία λέξη
σκορπάει τον πανικό
αν δεν ειπωθεί στην ώρα της.
Φωνές αδιέξοδες
τη ζωή σταματάτε
για να την αρχίσετε αλλιώς
τη σκοτώνετε για να αναστηθεί πάλι.
Φωνές – ερινύες
την ψυχή βασανίζετε
για να οδηγηθεί στη λύτρωση.


Ντίνος Γλαρός


Σχέδιο : Αγγελική Φλυτζάνη

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Θα 'ρθει καιρός (της Σοφίας Κοντογεώργου)

ΘΑΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ

Θάρθει καιρός που ο πόνος
θα γλυκάνει
ο χρόνος βάλσαμο
θα ρίξει στις πληγές
η απουσία σου
παρέα θα μου κάνει
θα σ’ ανταμώνω στα όνειρά μου
τις νυχτιές

Ετσι δειλά
θάρθει η χαρά φτερά ν' απλώσει
και το χαμόγελο
δεν θάχει ενοχές
τα μαύρα πέπλα της η θλίψη
θα ξεστρώσει
στεγνά τα μάτια
θ’ αντικρύζουν τις γιορτές

Θάρθει καιρός
να ξεντυθώ το μαύρο χρώμα
τον Μάη πίσω στη σειρά του
να μετρώ
τη θύμησή σου
της καρδιάς θα κάνω στρώμα
γλυκά να γείρω
απ’ τη πίκρα να κρυφτώ

Όλα θα γίνουν στη σειρά τους
το γνωρίζω
μακριά σε παίρνει
κάθε μέρα που περνά
μακριά από σένα
και ο δρόμος που βαδίζω
μόνο η ψυχή μου
στη ψυχή σου είναι κοντά

Αυτές οι δυό
πάντα αχώριστες θα μένουν
χώρια η μια από την άλλη
δεν μπορούν
Αγκαλιασμένες τρυφερά
θα ταξιδεύουν
μέσα στου έρωτα τα νέφη
θα πετούν
                                                 
Σοφία Κοντογεώργου

Από την  ποιητική συλλογή Έρωτας..απών