Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019
Στον 8ον όροφο μοναξιάς (της Κυριακής Δράκου)
Χλωμά και κουρασμένα τα πρόσωπα.
Γεμάτη η καρδιά λανθασμένες πεποιθήσεις.
Τα καράβια δεν ξεκίνησαν ακόμη το ταξίδι της ειρήνης.
Αγάπη σ΄ αγαπώ, σ΄ ένα κόσμο που κλαίει,
που μοιάζει πυροτέχνημα στιγμής.
Μιλημένες δόξες, μετάλλια, νίκες και αμφισβητήσεις…
Δακρύζει το δίκαιο σε μια γλάστρα, φυτεμένο στον 8ον όροφο μοναξιάς.
Η αλήθεια ανθίζει στο μπαλκόνι, λευκούς ανθούς.
Ψάχνει να δει το φεγγάρι μέσα από τα χαλάσματα.
Ζητά ένα χάδι από τα αγάλματα…
Ποιος θα εξαργυρώσει τη ζωή μας με μια άλλη ζωή;
Στις γέφυρες του άχρονου χρόνου, φωνάζω σιωπηλά με την ποίηση,
με ακούνε τα πεύκα, τα έλατα, οι ελιές…
Στους κλώνους των ψυχών, πετώ σαν σπουργίτης σαστισμένος,
ψάχνοντας λίγα ψίχουλα ειρήνης.
Ατέλειωτα ύστερα-αύριο-ποτέ, τάζουμε στη γη που μας γέννησε…
Κυλώ σαν ποτάμι με τους στίχους μου μπροστά σου…
Εσύ θα αποφασίσεις αν θα αλλάξεις πεποιθήσεις, για να αλλάξεις τη ζωή σου, τον κόσμο, τη γη.
Το πέρασμα του πριν με το τώρα και το αύριο είναι μια καταιγίδα ή ένα ηλιογέννημα.
Τινάζει τα λευκά λουλούδια, στο μπαλκόνι η μοναξιά μας…
Ποια θάλασσα, ποια ακτή, ποιο όνειρο, ποια φωνή,
θα ακουστεί στα πρόσωπα μας;
Μικρή ζωή σου χαρίζω λευκούς ανθούς,
με τα νοήματα στα ποιήματα μου για την ειρήνη.
Στάζουν σαν ροδόνερο, μέσα στην διαδρομή της κάθε μας επιλογής…
Ο άνεμος τυλίγει τα νοήματα…,τα απλώνει στον κόσμο σαν προβληματισμούς.
Μέσα από τους τοίχους ας γεννηθούμε σήμερα, πριν να είναι αργά.
Πώς μπορούμε να έχουμε ειρήνη όταν δεν μπορούμε να δούμε ήλιο;
Τα δέντρα λύγησαν ο ήλιος δεν φαίνεται…
Ας κάνουμε κάτι…
Κυριακή Δράκου
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019
ΜΕΙΝΕ ΕΔΩ (της Σοφίας Κοντογιώργου)
Ανασαίνει το σπίτι
μυρωδιές και αγγίγματα
Πεταρίζουν τα βλέμματα
στης ανάγκης το αντάμωμα
Ανεμίζουν ντροπαλά οι κουρτίνες
στου έρωτα την ανάσα
Χαμηλώνουν τα φώτα
το ημίφως
οι καρδιές να φλογίσουν
Τα ποτήρια γεμάτα
ευτυχία κερνούν
τρυφερά καθώς σμίγουν
στης ευχής τις λεξούλες
Στα μπλεγμένα τα χέρια
ψιθυρίζει η επαφή
της ψυχής το ανατρίχιασμα
Όλα γύρω γαλήνη
Στης νυχτιάς την αγκάλη
ζωντανεύει το θαύμα
Μην ανοίξεις την πόρτα
Μείνε εδώ .
Σοφία Κοντογεώργου
Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019
ΓΥΝΑΙΚΑ (της Ειρήνης Γεροντάρα)
Λάσπη και μετάξι.
Θεά και μούσα, μάνα, αδερφή και ερωμένη.
Τροφός, εργάτρια, ιέρεια,
παιδαγωγός και εστεμμένη της ζωής
θώκος δημιουργίας απαράμιλλος
άξια σεβασμού, λατρείας και τιμής.
Του έρωτα η έμπνευση κι απαύγασμα
ηδονικά και τρυφερά τα αγκαλιάσματα σου
μήτρα των θαυμαστών και τρομερών.
Εύγονη, καρποφορούσα, ζωοδότρα,
θεμέλιο και στήριγμα, προόδου ώθηση.
Πλήθος τα επίθετα που σε κοσμούν,
τόσοι οι τίτλοι, πολυποίκιλοι
μα ένας ο πολυτιμότερος:
Σύντροφος και συνοδοιπόρος.
Δόσιμο, αγάπη, λυτρωμός και ανακούφιση η ποδιά σου.
Μάνα ιερή. Γεννιέσαι, γίνεσαι και μένεις.
Η φύση να σ’ ευγνωμονεί, να σέβεται.
Γυναίκα από λάσπη και μετάξι εσύ πλασμένη.
Λογάριασε πόσα τα βάρη που φορτώθηκες
εντός σου κουβαλάς και προχωράς ν’ ανέβεις
της ζωής τ’ απάτητο βουνό.
Μεταξωτό μαχαίρι να κραδαίνεις,
υπεράσπιση και προστασία.
Κορμί από λάσπη σμιλεμένο
ανάκαρα στη δίνη της ζωής.
«Πέρα απ’ τα’ ανθρώπινα
Κι όμως ανέλαβα.
Για μια αγάπη όλα καμωμένα.
Γυναίκα, είμαι».
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019
Πέθαναν οι ποιητές (του Κυριάκου Δοσαρά)
Μην με ξαναπείτε ποιητή...
Της ματαιοδοξίας μου υπηρέτης έγινα
θέλοντας στον ψεύτη χρόνο
της ύπαρξής μου τάχα, τ ' αποτύπωμα ν' αφήσω.
Μην με ξαναπείτε ποιητή...
Ένα ψώνιο αχόρταγο πήγα να θρέψω
σκαλίζοντας τάχα μου αταίριαστους στίχους
μα κείνο, αδηφάγο κι επιπόλαιο
ζητά περισσότερο αίμα να τραφεί
απ ' της καρδιάς μου τ ΄αποθέματα.
Μην με ξαναπείτε ποιητή...
Θα σας μαλώσω...
Κρατώ σφιχτά τώρα τη σιωπή
καθώς πάντα εκείνη με καταλάβαινε.
Πέθαναν οι ποιητές...
μαζί τους κι εγώ.
Συγνώμη αν σας φάνηκα για ποιητής,
συγνώμη αν έστω και για λίγο
την ιδέα αυτή σας έδωσα.
Ήταν, απλά μια πλάνη.
Μια μεγάλη ηφαιστειακή έκρηξη αυταρέσκειας.
Ελπίζω κάποια στιγμή
άφεση να μου δώσετε.
Κυριάκος Δοσαράς
Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019
Γράμμα στον πατέρα (της Ιωάννας Καράμπελα)
Έρχονται κάποιες μέρες σκοτεινές,
Θυμάμαι τις κουβέντες και φωτιζομαι.
Μα εφυγες νωρίς
κι θελα τόσα να σου πω,
είναι ο κόσμος μας μικρός
κι εγώ αρτσουμπαλη,
'κει μέσα του σκοντάφτω.
Είναι η τυφλοτητα που μεγαλώνει πατέρα,
βγανει βλαστους μέσα απ ' τις φλέβες και ψηλωνει.
Στενευουν τα σπίτια,
γίνονται ανηλιαγες σπηλιές.
Σαν περνώ από τις πόρτες καμπουριαζω...
Μόνο οι αράχνες να υφαινουν τον ιστό,
γνωρίζουν στις γωνιές
Φοβάμαι μη τύχει αξαφνα...
και μέσα μου σκοτάδι κατακλύσει.
Πατέρα κρυωνω...
Των παγετώνων η εποχή δεν λέει να περάσει.
Μεσ' το κατακαλοκαιρο
το χνωτο κρυσταλλωνει των ανθρώπων και με γδερνει.
Εφυγες εσύ ,
μαζί κι αγκαλιά ,
από ένα σπάνιο μαλλί κουβερτα.
Σαν ήμουνα μικρή,
χωραγα ολάκερη μαζί με τα παιχνίδια.
Πατέρα...
μου ελειψες πολύ...
Ιωάννα Καράμπελα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




