Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι. (της Γεωργίας Λαμπαρα Τριανταφύλλου)

 



Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 


Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Οχι. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα.Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 


Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα. Την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 


Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε “Σιγά! Θα με σκάσεις!”. Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα. Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 


Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος – αν και ρεαλίστρια πια – ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τα αυτάκια του και το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τις πολλές αγκαλιές. “Αυτό κάνει η αγάπη!” σκέφτηκες. “Μας διαμορφώνει και εκλεπτύνει τις κινήσεις μας”. 


Χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. “Σου έχω μια έκπληξη!” του είπες και το ακούμπησες απαλά πάνω στον ερχόμενο μελλοντικό του φίλο. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα. Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου.


Γεωργία Λαμπαρα Τριανταφύλλου

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΟΥ (της Αρετής Γουργιωτου)



Μα πού το βρήκες;

Πού βρήκες το χαμένο γάντι μου;

Πού βρήκες τις λιγοστές σταλαγματιές 

πάνω στο γκρίζο αδιάβροχό μου;

Πού τις λέξεις που παλεύω ν αναστήσω, 

τις λιγοστές και μουσκεμένες, 

μέσα στα νύκτια χνάρια των πλήκτρων;

Και πού το ρόδο τούτο το άλικο 

μέσα στης ασφάλτου την ραγισματιά ;


Νόμιζα  πως τα είχα δια παντός  απωλέσει, 

ότι τα είχε ξεπλύνει η χινοπωρινή μπόρα,

του Οκτώβρη το ιαματικό πρωτοβρόχι.

Κι όμως να!

Εδώ το γάντι μου, εδώ κι οι λέξεις μου,

έστω κι αν στάζουν του Ανθρώπου τα δάκρυα.

Τις σκουπίζω, τις στεγνώνω  τις παραμυθώ.

Οφείλουν για πολλά να μιλήσουν ακόμη.

Δεν τέλεψαν το Χρέος τους.


Το ξέρουμε δα πως οι λέξεις πεταλούδες είναι 

που χορογραφούν της καρδιάς τα μιλήματα 

και με συν-χορευτή την γραφίδα 

στην άκρα της πέννας στροβιλίζονται.

Οι λέξεις μου είναι σπαρμένες μέσα στον Χρόνο 

και τους τόπους της Πατρίδας μας αξεδιάλυτα.

Από του Ομήρου την πέτρα και τ' ακρόγιαλο 

ροβολούν ατόφιες  στις κατεβασιές του Καιρού

κι ανταμώνουν το Σήμερα.


Έρωτας είναι οι λέξεις, της ψυχής σαϊτέματα!


Αρετή Γουργιωτου ΦΥΚΟΕΣΣΑ





" ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ "

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ..ΜΕ ΕΝΑ...ΣΥΝΝΕΦΟ (της Εύας Μαζοκοπακη)

 

Στο σύννεφο που απλώνει το απέραντο γκρίζο του

μιά ευχή στέλνω στα περβάζια του γείσου του.

Στο σύννεφο που αρπάζει το χρώμα των όρκων μα

μια προσευχή ζύμωσα στη λεκάνη των πόθων μας.

Στο σύννεφο που σκορπίζει τα σκούρα του χρώματα

μιά ελπίδα τεντώνω στου ουρανού τα αετώματα.

Στο σύννεφο που διανύει χιλιάδες αέρινα μέτρα

στους φίλους μου μήνυσα να απλώσει φαρέτρα,

να τους δώσει πίσω τα χαμένα της αγάπης τους όνειρα

να αρπάξει με βία των ψυχών τους τα φόβητρα.


Εύα Μαζοκοπακη

Αλλιώτικα Χριστούγεννα (της Παυλίνας Στυλιανού)



Ο Πάνος είχε υποσχεθεί πως κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα θα γυρνούσε για να περάσει τις γιορτές μαζί με την οικογένεια του.  Ήταν μια υπόσχεση ζωής για τα δυο μικρά του κορίτσια, τη Μαρκέλλα και την Στυλιανή.  Τα τελευταία χρόνια ήταν στενοκοπημένοι οικονομικά και μετά από πολλές συζητήσεις με την γυναίκα του είχαν αποφασίσει πως τα καράβια ήταν η μόνη τους λύση.   Ο Δημήτρης, φίλος και κολλητός του, του είχε πει εδώ και μέρες πως στο πλοίο που εργαζόταν ο μηχανικός του πλοίου είχε αρρωστήσει και θα έμενε πια στην στεριά.  Ο Πάνος είχε σπουδάσει μηχανικός πλοίων αλλά ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα γιατί γνώρισε την όμορφη Αλεξία και τον κέρδισε η στεριά.

Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν τα χρόνια της ευμάρειας και ήταν γι’ αυτούς ονειρικά.  Η Αλεξία μετά από δύο χρόνια γέννησε τις δίδυμες και έτσι η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε.

Το 2013 είχε έρθει η πρώτη κρίση των τραπεζών στο νησί και έξι μήνες αργότερα ο Πάνος έχασε την δουλειά του.

Η πρόταση του Δημήτρη του ήρθε κουτί ένα χρόνο αργότερα και έτσι αρχές του 2014 ο Πάνος άφησε πίσω την οικογένεια του και μπάρκαρε μαζί με τον κολλητό του.  Κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα κρατούσε την υπόσχεση του.  Κάθε Χριστούγεννα στο σπίτι κοντά στην οικογένεια του, δίπλα στο τζάκι και στο στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Αρχές Δεκεμβρίου του 2020 ήρθε το γράμμα του Πάνου που ανέτρεψε τα πάντα.  Μέσα σε λίγες αράδες τους ανακοίνωνε πως αυτά τα Χριστούγεννα δεν θα μπορούσε να βρισκόταν κοντά τους.  Μ’ αυτό τον  καταραμένο ιό που ταλαιπωρούσε ολόκληρη την γη απαγόρεψαν σε όλα τα πλοία να μπαρκάρουν στο λιμάνι του νησιού και έτσι του ήταν αδύνατον να έρθει για να περάσει μαζί τους τις γιορτές.

Η Αλεξία το περίμενε αλλά οι μικρές περίμεναν πως και πως την επιστροφή του.  Όταν τους το ανακοίνωσε η μητέρα τους οι μικρές είχαν κλειστεί για ώρες στα δωμάτια τους χωρίς να μιλούν.  Όταν βγήκαν το είχαν πάρει πια απόφαση πως αυτά τα Χριστούγεννα θα ήταν αλλιώτικα.

Την επομένη η Αλεξία κατέβασε το λευκό Χριστουγεννιάτικο δέντρο, άφησε τα λαμπάκια γύρω από αυτό και τους φώναξε να το στολίσουν.  Εκείνη θα έφευγε για την δουλειά.  Ήταν αρκετά μεγάλες και μπορούσαν να μένουν μόνες πια στο σπίτι.  Εξάλλου ο παππούς και η γιαγιά έμεναν δίπλα και αν χρειάζονταν κάτι θα τους φώναζαν.

Βγήκαν από τα δωμάτια τους και βρήκαν το δέντρο στην κούτα και τα λαμπάκια δίπλα από αυτό.  Η Μαρκέλλα όμως είχε μια καλύτερη ιδέα.

«Δεν θα στολίσουμε φέτος το δέντρο με λαμπάκια.  Έχω μια καλύτερη ιδέα.  Μιας και φέτος τα Χριστούγεννα μας θα είναι αλλιώτικα τότε και το δέντρο θα πρέπει να στολιστεί αλλιώτικο.  Τι λες;»  και τράβηξε την Στυλιανή στην κουζίνα.  Άνοιξαν το συρτάρι που η μητέρα τους είχε μπόλικες μάσκες για να τις φοράνε λέει κάθε φορά που θα έβγαιναν έξω.  Ήταν αρκετές, τις πήραν και με αυτές στόλισαν το Χριστουγεννιάτικο τους δέντρο μαζί με τα λαμπάκια  να αναβοσβήνουν γύρω από αυτές .  Είχαν βρει σε ένα άλλο συρτάρι μπόλικα μικρά μπουκαλάκια με αντισηπτικό, έβγαλαν και το ασημόχαρτο και άρχισαν να τα τυλίγουν με αυτό.  Όταν τελείωσαν τα τοποθέτησαν όλα κάτω από το δέντρο. 

«Αυτά θα είναι τα Χριστουγεννιάτικα μας δώρα για φέτος Στυλιανή, πως σου φαίνεται;»

Αν και στην αρχή η Στυλιανή διαφωνούσε με όσα έκανε η Μαρκέλλα αργότερα όλο αυτό άρχιζε να της αρέσει … στόλιζε, τύλιγε και γελούσε.

Όταν γύρισε η μητέρα τους έβγαλαν και οι τρεις μια φωτογραφία κάτω από το στολισμένο, μάσκα,  Χριστουγεννιάτικο τους δέντρο και την έστειλαν στον μπαμπά.

Τα Χριστούγεννα του 2020 θα ήταν για την οικογένεια τους αλλιώτικα.


Παυλίνα Στυλιανού

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Εφτάψυχη (της Νίκης Γκριζανοφσκι)

Εφτάψυχη με γέννησε η μάνα μου,

για να γιατρεύω μόνη τις πληγές μου.

Μ’  ανάθρεψε με χάδια που στερήθηκε.

Πόσες φορές στην μοίρα μου δεήθηκε


Σε μιαν αυλή με γιασεμιά ζωή σε γνώρισα,

στην ίδια αυλή που τη ζωή μου όρισα,

τα παραμύθια της γιαγιάς να τα λατρεύω,

το τέλος τους με ακρίβεια να μαντεύω


Στην ίδια αυλή τα γιασεμιά ξεράθηκαν

τα παραμύθια της γιαγιάς ξεχάστηκαν

κι οι γάτες πλέον δεν είναι εφτάψυχες,

μέσα  στις στράτες γίνανε άψυχες

.

Χειμώνες δύσκολοι, όλα προδόθηκαν.

και τα όνειρά μου τσαλακώθηκαν.

Στραβό χαμόγελο σε ότι κι αν πέρασα

για ένα τίποτα, μα μάνα γέρασα…


Στην ίδια αυλή τα γιασεμιά ξεράθηκαν

τα παραμύθια της γιαγιάς ξεχάστηκαν

κι οι γάτες πλέον δεν είναι εφτάψυχες,

μέσα  στις στράτες γίνανε άψυχες…


Νίκη Γκριζανοφσκι